Η σε βάθος ανάγνωση του βιβλίου, “Δε στέλνουν γράμματα στους ουρανούς”, του Ηλία Αλβανίδη (εκδόσεις Σκαραβαίος), από τον συντοπίτη μας Γιώργο Κωστούλα, μας συγκίνησε. Επιασε όλες τις “λεπτές χορδές” που ο συγγραφέας Ηλίας Αλβανίδης, εξιστορεί βιωματικά.

Τον ευχαριστούμε και το παρουσιάζουμε.
«Παραμύθι είμαι ’γω, παραμύθι τί να πω»
του Γιώργου Ι. Κωστούλα
 

Αναπλάθοντας τα λόγια του συγγραφέα, αναφορικά με το σκοπό της συγγραφής του βιβλίου του, θα έλεγα ότι το βιβλίο γεννήθηκε από την επιθυμία-οφειλή του Ηλία να δώσει την ευκαιρία στα αδικημένα και περήφανα πλάσματα της ιστορίας του να εκφράσουν το παράπονό τους και να εξομολογηθούν την αλήθεια τους.

Η διήγηση αρχίζει με την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας το 1923 και την εγκατάσταση της οικογένειας Αληβάνογλου-Αλβανίδη στις παρυφές του Ορβήλου όρους.

Η εν είδει εξορίας αυτή εγκατάσταση, σε συνδυασμό με την έως και εχθρική υποδοχή και συμπεριφορά των αυτοχθόνων και τα όσα, δραματικά, θα επακολουθούσαν, είχε οδηγήσει τους περήφανους Καππαδόκες του βιβλίου να εκδηλώσουν συχνά την απογοήτευσή τους με τη φράση: «Στην Καισάρεια και μια καλύβη!»

Το 1928 γνωρίζονται και παντρεύονται οι γονείς του Ηλία. Θα αποκτήσουν έξι παιδιά -πέντε επιζώντα.

Σε μια, έτσι κι αλλιώς, δηωμένη ελληνική ύπαιθρο, εμπλουτισμένη όμως, εδώ, με τη γνωστή ενδημούσα παρουσία των Βουλγάρων, η οικογένεια θα πορευτεί δια πυρός και σιδήρου.

Μετά τις πρώτες απόπειρες να ριζώσει στην ευρύτερη περιοχή, οι Βούλγαροι, επωφελούμενοι και από τη γερμανική παρουσία, μετά την κατάρρευση του ελληνικού μετώπου, θα κάψουν το χωριό, στο οποίο η οικογένεια είχε στήσει το υποτυπώδες νοικοκυριό της, υποχρεώνοντάς την να αναζητήσει νέα εστία.

Το καππαδοκικό τσούρμο τους, αποτελούμενο από 15-20 κάρα, θα οδηγηθεί στο Παρανέστι Δράμας, όπου θα εναποθέσει τη σκευή του στον πρώτο στεγασμένο χώρο που θα βρει, συνήθως το προαύλιο κάποιας εκκλησίας…Η οικογένεια θα στεγαστεί προσωρινά σε ένα αχρησιμοποίητο εγκαταλελειμμένο σπίτι.

Συγκινητική η σκηνή, όπου ο φούρναρης και η φουρνάρισσα του πυρπολημένου χωριού, και ενώ καιγόταν ο φούρνος τους, μοίραζαν ό,τι ψωμάκι κατάφεραν να ψήσουν στο πεινασμένο πλήθος.

Η τραγικότητα της στιγμής με τα λόγια του Ηλία: «Έπεσα κάτω γιατί δε με βάσταγαν τα πόδια μου από την πείνα. Η μυρωδιά του ψωμιού σακάτεψε τα σωθικά μου, λιγοθύμησα…Ο φουκαράς ο φούρναρης ήξερε από τέτοιες λιγοθυμίες… Έχωσε μέσα στο στόμα μου, λίγο στην αρχή, χάσικο κατάλευκο ψωμί…»

Στη συνέχεια η οικογένεια θα βρει θαλπωρή στο Παλαιοχώρι Καβάλας, στο πρόσωπο μιας κυράς αρμενοκαππαδοκικής καταγωγής, η οποία θα προσφέρει φιλοξενία στην οικογένεια, μέχρι αυτή να πάρει μια ανάσα και να ανασυνταχθεί.

Το 1944 ο Ηλίας, σε ηλικία πέντε ετών, θα χάσει τον πάτερα του. Μια ομάδα ατάκτων Τουρκοβούλγαρων, αποκαλούμενων τοπικά «ντουρτουβάκια», θα εισβάλει στο σπίτι. Εκεί, μετά από έρευνα θα βρουν το κομπόδεμα που η οικογένεια είχε κρυμμένο σε ένα ντενεκέ. Στη συνέχεια θα σύρουν δέσμιο τον πατέρα έξω από το σπίτι, θα τον βασανίσουν ανελέητα, αναζητώντας, κύριος οίδε τί υποτιθέμενους συνεργάτες του. Καθώς το πτώμα τού πατέρα δεν βρέθηκε ποτέ, μάταια η οικογένεια θα τον έψαχνε, έκτοτε, ακόμα και μέσω των αναζητήσεων του ΕΕΣ.

Τα πράγματα θα δυσκολέψουν για τη χήρα με τα πέντε παιδιά, που θα πορευόταν μόνη της, με ρημαγμένο το μέσα της, στο έλεος φίλων και εχθρών. Μετά από προτροπή κάποιου θείου του Ηλία, αποφασίστηκε, ένα από τα παιδιά να μπει στο ορφανοτροφείο Δράμας. Ο κλήρος πέφτει, ως έχοντα την πιο κατάλληλη ηλικία, στον Ηλία.

Εδώ ο μικρός Ηλίας θα δείξει τα πρώτα στοιχεία του χαρακτήρα του και απογαλακτισμένος από την οικογένεια θα αρχίσει να ανθίζει!

Θα μάθει να ξεχωρίζει τους ανθρώπους σε καλούς και κακούς. Θα συναντήσει μερικούς και των δυο ειδών. Ορισμένοι μάλιστα απ’ αυτούς, με το παράδειγμά τους- είτε προς μίμηση είτε προς αποφυγήν -, θα γινόταν και οδοδείκτες της ζωής που ανοιγόταν μπροστά του.

Αρκούντως σκανταλιάρης, ο Ηλίας θα αναμετρηθεί, όταν χρειαστεί, με το καταπιεστικό περιβάλλον της θεσμικής φιλανθρωπίας, αναζητώντας τη προσωπική του ελευθερία, που η υπόλοιπη κοινωνία χαιρόταν, έξω από τα τείχη του ορφανοτροφείου.

Τρυφερές παιδικές επινοήσεις τραβάνε τη προσοχή μας, όπως εκείνη που του εξασφάλιζε την είσοδό του στον κινηματογράφο, που έκτοτε θα γίνει η μεγάλη αγάπη του. Ωστόσο, δεν ξέρεις τι να θαυμάσεις εδώ, τη εφευρετικότητα του Ηλία ή τη γενναιοδωρία του φύλακα του κινηματογράφου, που έκανε τα στραβά μάτια, διευκολύνοντάς του την είσοδο!

Την ίδια γενναιοδωρία θα γνωρίσουν ο Ηλίας και η παρέα του, όταν, στα όρια της πλαστογραφίας, θα τυπώσουν, ερήμην του ορφανοτροφείου, καρτούλες του τύπου: «οι τρόφιμοι του ορφανοτροφείου σάς εύχονται καλά Χριστούγεννα…», τις οποίες περιέφεραν από σπίτι σε σπίτι, μαζεύοντας χρήματα από τους νοικοκύρηδες προς… ίδιον όφελος! Μια πράξη, που όταν έγινε αντιληπτή, οι θεσμικοί εμπλεκόμενοι παράγοντες τη χειρίστηκαν, προς τιμήν τους, με αξιοθαύμαστη διακριτικότητα, χωρίς, δηλαδή, να στιγματίσουν τις αθώες εκείνες ψυχές.

Στο ορφανοτροφείο, σε μια περίοδο που θέριζε η αδενοπάθεια και η φυματίωση, θα έλθει η συνήθης πρόταση, από ένα ζεύγος Ελβετών, για υιοθεσία του Ηλία-από τα λίγα υγιή παιδιά, καθαρά από το μικρόβιο. Η μάνα, βεβαίως, που προφανώς έπρεπε να ειδοποιηθεί, θα εναντιωθεί ανένδοτη, απειλώντας ακόμα και να πάρει τον Ηλία από το ορφανοτροφείο.

Στον απόηχο του εμφυλίου, σε μια απόπειρα παιδομαζώματος, κάποιος επιπόλαιος αντάρτης θα τραυματίσει τον Ηλία στο πόδι με τα σκάγια μιας καραμπίνας. Στο νοσοκομείο, κάτω από τις επικρατούσες συνθήκες και από ανεπίτρεπτη επαγγελματική ελαφρότητα, η αποτρόπαιη πράξη του διαγραφόμενου ακρωτηριασμού θα αποφευχθεί, με την παρέμβαση μιας γενναίας και μυαλωμένης νοσοκόμας, της Λουκίας, η οποία θα πείσει τους γιατρούς να χρησιμοποιήσουν μια μικρή ποσότητα πενικιλίνης, την οποία προόριζαν μόνο για ανώτερους αξιωματικούς.

Ιδιαίτερης ποιότητας ευαισθησία επιδεικνύει ο Ηλίας, όταν σε μια επίσκεψή του στο χωριό του θα συναντήσει, μετά από καιρό, τις δυο αγελαδίτσες- τροφούς και υποζύγια μαζί της οικογένειας-: την Παρασκευούλα και την Αρετή, με τα ονόματά τους γραμμένα στο βιβλίο, όχι τυχαία υποθέτω, με κεφαλαία γράμματα. Προφανώς μια αναγνώριση, ένα ευχαριστώ για το πολύτιμο γαλατάκι τους, με το οποίο «έδεσαν» τα κοκαλάκια του μικρού Ηλία.

Φτάνοντας στο 1951, ο Ηλίας και αφού τελειώσει το Δημοτικό Σχολείο με άριστα, θα εισαχθεί στο Γυμνάσιο της Γεωργικής Σχολής Σερρών. Εκεί θα έχει την πρώτη επαφή με το επάγγελμα, που έμελλε να αγαπήσει και να ασκήσει με επιτυχία αντάξια των κόπων και της αξίας του.

Οι σπουδές θα συνεχιστούν στην Αμερικανική Γεωπονική Θεσσαλονίκης. Εκεί, παρόλο «σπασίκλας», όπως τον αποκαλούσαν αρκετοί συμμαθητές του, θα συναπαντηθεί με τον αστικό περίγυρο της πόλης. Θα δοκιμάσει μάλιστα και την τύχη του, μέσα από τις αγγελίες γνωριμιών ενός περιοδικού της εποχής, γνωρίζοντας ένα κορίτσι που έμοιαζε, όπως μας λέει, με τη Σουηδή ηθοποιό Κάντις Μπέργκεν!…

Η αρίστευσή του στην Αμερικανική Σχολή θα του εξασφαλίσει το διορισμό του βασιλικό κτήμα του Τατοϊου. Είναι η ώρα που ο Ηλίας θα ανδρωθεί, θα βρεθεί συνεργαζόμενος με ανθρώπους άλλου διαμετρήματος, θα αποκτήσει τον επαγγελματισμό που θα τον διακρίνει έκτοτε, θα του ανοίξει πόρτες και ορίζοντες και πάνω απ’ όλα θα του καλλιεργήσει την εκπλήσσουσα έφεσή του προς τη φιλομάθεια.

Μια άλλη εκπληκτική επίδοσή του, ήταν η εισαγωγή του στη Σχολή Καλών Τεχνών- και μάλιστα τέταρτος κατά σειράν επιτυχίας-, αλλά προέκυψαν εγγενείς δυσκολίες και διέκοψε, αλλά συνέχισε αργότερα ιδιωτικά.

Παρόλη την αυστηρή αυτή θέση της Φρειδερίκης, Ο Ηλίας, παρά την αυστηρή στάση της Φρειδερίκης, μιλάει στο βιβλίο με τα καλύτερα λόγια για το βασιλικό ζεύγος. Το ίδιο και για τα πριγκιπόπουλα, όπως τα αποκαλεί, Σοφία, Ειρήνη και Κωνσταντίνο.

Σε λίγο, δε θα αργήσει να ανοίξει τα φτερά του και, παραιτούμενος από το βασιλικό κτήμα, να κάνει τα πρώτα βήματα ως ελεύθερος επαγγελματίας. Η μετέπειτα ζωή του, ενδιαφέρουσα το δίχως άλλο, δε διαφέρει, ωστόσο, και πολύ απ’ αυτή ημών των υπολοίπων συνομήλικων, οι οποίοι, άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο, μοιραστήκαμε τις ίδιες δυσκολίες, και προκλήσεις.

Ένα βιβλίο που διασώζει τις μικρές ιστορίες κάποιων ταπεινών ανθρώπων, προτού οι επιχωματώσεις των δεκαετιών και οι μηχανές της μεγάλης ιστορίας τις προσπεράσουν, συνθλίβοντάς τες.

Σχήμα: 17x24cm, Σελίδες 255, Τιμή διάθεσης: 10
 
Εκδόσεις ΣΚΑΡΑΒΑΙΟΣ
Κεντρική Διάθεση: Στρ. Παπάγου 6 Βούλα, 210 8959004
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. - www.skarabaios.gr
Και στα Βιβλιοπωλεία

 

 
Αφήστε σχόλιο...

Προσεχή Γεγονότα

Καμία εκδήλωση

Προτεινόμενο Video

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 285 επισκέπτες και κανένα μέλος