Να “ματώσουμε”, να “σφίξουμε το ζωνάρι”, να μας πιάσει το πατριωτικό μας, για ν’ αντεπεξέλουμε την οικονομική κρίση, τις πιέσεις των «αγορών» (διάβαζε χρηματοπιστωτικό-τοκογλυφικό-κεφάλαιο), την επιτήρηση των Βρυξελών, δηλαδή των πιστωτών συνεταίρων μας και συμμάχων.
Ναι, λέω! Αλλά για να γίνει αυτό με πατριωτισμό κι όχι με την κάνη στον κρόταφο, πρέπει να ξεκαθαρίσουν ορισμένα πράγματα:
Πώς φθάσαμε στην κατάσταση που βρισκόμαστε;

 


Να “ματώσουμε”, να “σφίξουμε το ζωνάρι”, να μας πιάσει το πατριωτικό μας, για ν’ αντεπεξέλουμε την οικονομική κρίση, τις πιέσεις των «αγορών» (διάβαζε χρηματοπιστωτικό-τοκογλυφικό-κεφάλαιο), την επιτήρηση των Βρυξελών, δηλαδή των πιστωτών συνεταίρων μας και συμμάχων.

Ναι, λέω! Αλλά για να γίνει αυτό με πατριωτισμό κι όχι με την κάνη στον κρόταφο, πρέπει να ξεκαθαρίσουν ορισμένα πράγματα:

Πώς φθάσαμε στην κατάσταση που βρισκόμαστε;

Ποιοι ευθύνονται – όχι για να «ζητήσουν συγνώμη», αλλά για να λογοδοτήσουν και να πληρώσουν;

Τι θα πληρώσουμε για τις αμαρτίες μας;

Ποιοι θα πληρώσουν πρώτοι και πώς;

 

Πώς φτάσαμε λοιπόν στο χείλος του γκρεμού;

Μας επέβαλαν τεχνηέντως ένα μοντέλο καταναλωτικής κοινωνίας, όπου με ψευδαισθήσεις εύκολου κέρδους, χρηματοδοτήσεως των «κουτόφραγγων» της (ΕΟΚ) Ε.Ε., με το Χρηματιστήριο, με τις κομπίνες, με τις μίζες και τις αρπαχτές, με «απλές κινήσεις» και «έξυπνες» χρήσεις του πλαστικού χρήματος, θα απολαμβάναμε εύπορο βίο. Απλουστευμένα, ενώ οι δυνατότητές μας, οι ικανότητες, οι γνώσεις και η εργατικότητά μας, στο καθεστώς που ζούμε – κεφαλαιοκρατικό, νεοφιλελεύθερο… πέστε το όπως σας αρέσει, ακόμα και… σοσιαλιστικό ή ληστρικό - μ’ αυτές τις προϋποθέσεις λοιπόν, ενώ θα’ πρεπε να ζούμε “φέρνοντάς τα βόλτα” αξιοπρεπώς, μ΄ένα σπιτάκι να στεγάζουμε την οικογένειά μας, μας έμαθαν να μεγαλοπιανόμαστε και να ζούμε περίπου ως κεφαλαιοκράτες χωρίς κεφάλαιο, χωρίς επιχείρηση, χωρίς «υπεξαιρέσεις» υπεραξιών, χωρίς ρίσκα, χωρίς παραγωγή, χωρίς πώληση, αλλά με εισπράξεις «νόμιμες», κατοχυρωμένες, αλλά άνευ αντιστίχου αντικρίσματος, και… παράπλευρες ενίοτε – κάτω από το τραπέζι - αρκεί να βρισκόμαστε στο κατάλληλο πόστο!

Αλλά και οι κεφαλαιούχοι, ως επί το πλείστον επιτηδίως να επιχειρούν όχι ως υγιείς επιτηδευματίες ή επιχειρηματίες, αλλά ως κρατικοδίαιτοι, εκμαυλιστές δωροδότες ή δωροφόροι, αν προτιμάτε, των επίορκων κοντιλοφόρων – κονδυλοφόρων!

Φτάσαμε εδώ που φτάσαμε με πλήρη αναστροφή της κλίμακας αξιών εκτινάσσοντας την καταναλωτική μας υπόσταση με συρρίκνωση συνάμα της παραγωγικής μας δεινότητες, κατευθυνόμενοι μεθοδικά από τους παραγωγούς πολυτελών, κυρίως, καταναλωτικών αγαθών της αλλοδαπής πρωτίστως, με μεσάζοντες τους μη παραγωγούς διαχειριστές του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου – κοινώς τοκογλύφους.

Ενώ, δηλαδή, η μαθηματική σχέση παραγωγής-κατανάλωσης πρέπει να είναι ευθέως ανάλογα ποσά, καταργώντας τη λογική των μαθηματικών, τα μετατρέψαμε περίπου σε αντιστρόφως ανάλογα: Οσο αυξάνουμε την κατανάλωση, μειώνουμε, απόλυτα και οπωσδήποτε σχετικά, την παραγωγή! Αυτό μόνο μάγοι, άγιοι ή ανεγκέφαλοι αγύρτες μπορούν να το πετύχουν.

Και βεβαίως, όχι όλοι (υπάρχουν και «κορόιδα») και όχι ισομερώς. Αλλοι πολύ - άλλοι λίγο. Κι ακόμη, το φαινόμενο δεσπόζει στον δημόσιο τομέα σε όλο το ύψος της πυραμίδας.

 

Το τριακονταετές άγος

 

Ποιοι όμως ευθύνονται γ’ αυτήν την κατάντια;

Ναι. Για κατάντια πρόκειται, για κατάρα, για νεοελληνικό άγος1!

Η «αρπαχτή», το κούρσεμα, η ληστεία, υπήρχαν ανέκαθεν. Και στην αρχαιότητα! Μόνο που τότε θεωρείτο βδέλυγμα3 που το αποστρέφονταν και το καταδίαζε η κοινή ηθική. Ακόμη και οι κουρσάροι, αισθανόμενοι πιθανόν τύψεις, κατέθεταν την δεκάτην (το 10%) στην Αθηνά, προφανώς για να εξιλεωθούν. Οι σύγχρονοι σαλταδόροι δεν πληρώνουν «μία», για το «μαύρο χρήμα». Απλά είναι κύριοι!

Στο Βυζάντιο μεγαλούργησε η «αμαρτία» κάτω από άλλες ιστορικές συνθήκες. Στην τουρκοκρατία, είτε ως καραγκιοζιλίκι, είτε ως χατζιαβατισμός, είχε τα «ελαφρυντικά» του. Στη σύγχρονη Ελλάδα, ιδιαίτερα μετά τη μεταπολίτευση, εξελίχθηκε σε «εθνικό σπορ». Κάτι «δωράκια», κάτι off shore, κάτι «προμήθειες», κάτι «λαδώματα», κάτι «επιδόματα»…

Ποιοι όμως τα εκθρέψανε αυτά τα «φρούτα», ποιοι τα «καλλιέργησαν», ποιοι τα ανέχθηκαν έστω, ποιοι διασπάθισαν το δημόσιο χρήμα, ποιοι το σπατάλησαν;

Ποιοι στο κάτω – κάτω διόρισαν 920.000 υπαλλήλους στο δημόσιο, τετραπλάσιους των αναγκαίων και όχι πάντα, πάντως, κατάλληλους. Μόνοι τους διορίστηκαν; Οι πολιτικοί λοιπόν, όλης της κλίμακας που διαχειρίζονται τη διοίκηση αυτής της χώρας, για λόγους γνωστούς, που δεν είναι του παρόντος, διέπραξαν αυτό το έγκλημα είτε από αβελτηρία και ανικανότητα, είτε από ιδιοτέλεια. Το τελευταίο αυτό «άθλημα», για το οποίο δανειζόμαστε δισεκατομμύρια ευρώ, απέκτησε και θεωρητικό υπόβαθρο: πανεπιστημιακός καθηγητής, θυμάμαι, στο σύγγραμμά του, διατύπωνε την άποψη ότι «το δημόσιο ασκεί κοινωνική(!) πολιτική και δια της προσλήψεως υπεραρίθμων». Αυτός ο καθηγητής έγινε κάποια στιγμή πρόεδρος μεγάλου κρατικού οργανισμού. Φαντάζεστε, φαντάζομαι, ποια “κοινωνική πολιτική” θα άσκησε!

Το τι θα πληρώσουμε εμείς και οι απόγονοί μας, δεν θέλω να το αναλογιστώ. Φοβούμαι ότι με την ατολμία των ηγητόρων μας, μήπως πληρώσουμε με την μειωμένη ήδη εθνική μας ανεξαρτησία και μάλιστα σ’ αυτούς που είναι συνυπεύθυνοι και συνένοχοι και ενίοτε πρωταίτιοι!

 

Τώρα, το ποιοι θα πληρώσουν το βλέπετε, το ξέρετε και οσονούπω θα το αισθανθούμε και θα το υποστούμε βαρύτατα.

Μόνο που θα ‘πρεπε, κι ίσως η αντίδραση του λαού το καταφέρει, να πληρώσουν.

-       Οι ταγοί μας.

-       οι κρατικοδίαιοι επιχειρηματίες και τα τρωκτικά του δημοσίου.

-       οι Γερμανοί τις πολεμικές επανορθώσεις και το κατοχικό «δάνειο», με τόκους βεβαίως, ίσους μ’ αυτούς που πληρώνουμε στις «αγορές», δηλαδή στις τράπεζές τους.

-       Οι πολεμικές βιομηχανίες τους άμα και όταν αποφασίσουμε να μειώσουμε και εξωρθολογίσουμε τις στρατιωτικές μας δαπάνες για τους εξοπλισμούς.

- Αν σ’ αυτά τολμήσουν και σηκώσουν κεφάλι οι κυβερνήτες αυτής της χώρας, τότε, ναι, να ματώσουμε!...

 

 


  1. άγος: μίασμα, κατάρα

2. βδέλυγμα: σίχαμα, ό,τι προκαλεί αποστροφή.