«Τα βασανιστήρια, οποιαδήποτε σωματική κάκωση, βλάβη υγείας, ή άσκηση ψυχολογικής βίας, καθώς και κάθε άλλη προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας απαγορεύονται και τιμωρούνται, όπως νόμος ορίζει»

ΣΥΝΤΑΓΜΑ αρθρ. 7 §2


 

veligekasΤο παραπάνω απόσπασμα είναι πιστή αντιγραφή του ισχύοντος Συντάγματος, (1975 όπως ισχύει με τις μετέπειτα αναθεωρήσεις του), αλλά και παλαιότερων, ακόμη και του μετα-εμφυλιοπολεμικού του 1952, (αρθρ. 18).

Όταν λοιπόν οι αστυνομικοί «απωθούν» και χρησιμοποιούν γκλοπς, ή σωματική βία ή οποιοδήποτε όργανο δυνάμενο να επιφέρει «σωματική κάκωση», παραβαίνουν το Σύνταγμα και διαπράττουν περισσότερα του ενός αδικήματα. (Θα το εξηγήσω παρακάτω).

Μπορεί με νόμους μνημονιακούς (4055/2012) και δικαστικές αποφάσεις να την «περνάνε» με ανασταλτικές ποινές και μάλιστα ελαφρότερες αφού πλημμελήματα μετατράπηκαν σε πταίσματα κ.τ.τ., αλλά η συνταγματική διάταξη παραμένει και τα βασανιστήρια, οι οποιεσδήποτε σωματικές κακώσεις (που προέρχονται βεβαίως, από άσκηση σωματικής βίας, με ή χωρίς χρήση οργάνων – γκλοπς κλπ. - καθώς και η ψυχολογική βία και κυρίως «κάθε άλλη προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας» απαγορεύονται και είναι πράξεις ποινικά κολάσιμες, καταδικαστέες και προσβλητικές για τον πολιτισμό μας.

Για το λόγο τούτο, αυτή η συνταγματική διάταξη θα έπρεπε ν’ αποτελεί βασικό και κυρίαρχο «μάθημα» στις αστυνομικές σχολές, να αναρτάται και «να βγάζει μάτι» σε κάθε αστυνομικό κατάστημα και γραφείο της Ελληνικής Αστυνομίας (ΕΛ.ΑΣ.) αλλά και στο γραφείο του Υπουργού «Προστασίας του Πολίτη», πρωτίστως!

Επί του συγκεκριμένου δε, πρέπει να προσθέσω, ότι ο Υπουργός δεν δικαιούται να «καταδικάζει» πράξεις των οργάνων του, τις οποίες δεν φρόντισε ν’ αποτρέψει. Εκτός και δεν πρόλαβε να διαβάσει αυτές τις πέντε αράδες του Συντάγματος, όπως δεν πρόλαβε να διαβάσει και το μνημόνιο που ψήφιζε το 2010!

Το τί σημαίνει «βασανιστήριο» και «σωματική κάκωση» και τι «προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας» το ερμηνεύουν οι κοινωνικές και εξειδικευμένες επιστήμες (Κοινωνιολογία, νομική, κοινωνική και ατομική ψυχολογία, ιατρική, φιλοσοφία) καθώς και κάποιες νομικές διατάξεις θετών νόμων (όπως ο Ποινικός Κώδικας, κυρίως του 1984, άρθρα 137α – 137δ).

Κατά την άποψή μου κακώς δίνεται η δυνατότητα στον κοινό νομοθέτη να «ερμηνεύει» και ενίοτε να παρερμηνεύει και να παραποιεί και ν’ αλλοιώνει το πνεύμα του Συντάγματος, τη στιγμή μάλιστα που δεν υφίσταται συνταγματικό δικαστήριο, ή δε δικαιοσύνη δεν απολαμβάνει πραγματικής ανεξαρτησίας έναντι της εκτελεστικής εξουσίας. Ευτυχώς πάντως που η τυχόν διάθεση νομοθετικής αλλοίωσης του “Σ”. τιθασεύεται από τις διεθνείς συμβάσεις, για τ’ ανθρώπινα δικαιώματα, και από ευσυνείδητους δικαστές.

Το «δυστυχώς» είναι ότι αυτή καθεαυτή η διάκριση των εξουσιών έχει παραμορφωθεί με την υπέρμετρη μεγαλίαση – υπερβολική ενίσχυση – της εκτελεστικής εξουσίας έναντι της νομοθετικής κυρίως και δικαστικής, ιδιαίτερα με την αναθεώρηση του 1986. Αλλά σκοπός μου δεν είναι η εις βάθος νομική ανάλυση, για την οποία εξ άλλου αδυνατώ, αλλά απλά εκφράζω τους φιλοσοφικούς προβληματισμούς μου επί των συγκεκριμένων πολιτικών.

Προβληματισμός που ταλανίζει ασφαλώς την κοινωνία των πολιτών, αλλά, φαντάζομαι, και των πολιτικών.

Γιατί, στ’ αλήθεια, τι σόι «υπουργείο προστασίας του πολίτη» είναι αυτό, που διαθέτει στρατό 55.000(!) αστυνομικών όχι για την προστασία των πολιτών κατά κύριο λόγο και πρωτευόντως από τους εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου (ληστές, φονιάδες, κλέφτες, απατεώνες, εκβιαστές, εμπόρους ναρκωτικών, βίαιες και αντικοινωνικές συμπεριφορές, εκμεταλλευτές, ανώμαλους, βιαστές κ.λπ.), αλλά στρατό ως όργανα καταστολής των εύλογων κοινωνικών αντιδράσεων, ενεργών ή θιγομένων καθ’ οιονδήποτε τρόπο πολιτών. Αυτό δηλαδή που θα έπρεπε να επιδιώκει μια δημοκρατική πολιτεία; ενεργούς πολίτες κι όχι πειθήνιους υπηκόους.

Αναγνωρίζω βεβαίως, ότι είναι πιο εύκολη η χρήση βίας από εκείνον που τη διαθέτει, αλλά πιο επικίνδυνη, από την πειθώ, που είναι δυσκολότερη, απαιτεί γνώσεις και ικανότητες.

Όργανα καταστολής λοιπόν και «τήρησης της δημοσίας τάξεως και ασφάλειας». Αυτό που αισθάνθηκε την ανάγκη κάποια στιγμή η πολιτεία να καλύψει, ως ντροπή για σύγχρονο κράτος δικαίου και μετονόμασε το «Υπουργείο Δημόσιας τάξεως», σε «Προστασίας του Πολίτη»! Αλλά φαίνεται ότι το έκανε μόνον για το «φαίνεσθαι» κι όχι για το «είναι»!

Και ευθύνη γι’ αυτό δεν έχουν οι αστυνομικοί υπάλληλοι, αλλά η πολιτική ηγεσία διαχρονικά, για τις κατευθύνσεις εκπαίδευσης και δράσης που επιβάλλει.

Είναι λάθος και αναχρονιστική επιλογή, που μεταβάλει τον αστυνομικό σε «μπάτσο». Σε Βεληγκέκα της Τουρκοκρατίας, ενσάρκωση της δυναστικής εξουσίας, που βαράει τον Καραγκιόζη – καταδυναστευόμενο λαό – «Πρα, πρα, ωρέ γκιαούρη...». Αυτόν τον εκπεσμό θα ’πρεπε να τον απεχθάνονται κατά πρώτο λόγο οι ίδιοι οι αστυνομικοί. Και είμαι σε θέση να το γνωρίζω ότι αυτό τον προσβλητικό ρόλο του «μπάτσου», του «βεληγκέκα» τον απεχθάνονται πολλοί αστυνομικοί. Αλλά οι «συγκλητικοί» της άρχουσας τάξης και της αντίδρασης στην πρόοδο, τους θέλουν «πραιτωριανούς»!

Και δυστυχώς, σε κάποιους, κατώτερους ιδίως αστυνομικούς, αρέσει αυτός ο ρόλος, γιατί τους δίνει μια αίσθηση υπεροχής της εξουσίας, απέναντι στους συμπολίτες τους.

Επομένως δεν τίθεται το ερώτημα, «τι αστυνομικούς θέλουμε», αλλά η επιτακτική ανάγκη να γίνει βαθιά συνειδητό σε αστυνομικούς και πολίτες ότι η αστυνομία χρειάζεται για την πάταξη και τον περιορισμό έστω, της εγκληματικότητας και την προστασία των πολιτών, από κακοποιά στοιχεία, προς αποφυγή και της αυτοδικίας.

Για να πετύχει στο έργο της αυτό η αστυνομία έχει ανάγκη τη σύμπραξη – και άρα τη συμπάθεια – της κοινωνίας. Τη συμπαράσταση της «κοινωνικής αστυνόμευσης», κι όχι της αστυνόμευσης της κοινωνίας!

Και είναι αυτό ακριβώς που θα έπρεπε να επιδιώκουν οι ίδιοι οι αστυνομικοί υπάλληλοι και τα συνδικαλιστικά τους όργανα. Η αστυνομία δεν είναι συντεχνία. Είναι μέρος και φύλακας της κοινωνίας. Όχι «μπάτσος» και κατασταλτικό βίαιο και βάρβαρο όργανο επιβολής των όποιων επιλογών της εκάστοτε κυβέρνησης.

Εξ άλλου σε καμία περίπτωση δεν νομιμοποιείται, σε σύγχρονο κράτος η αστυνομία, να μεταβάλλεται σε όργανο επιβολής ποινών και μάλιστα ποινών που έχουν καταργηθεί!

Κάποτε, σε βάρβαρους καιρούς υπήρχε η ποινή του μαστιγώματος και του ξυλοδαρμού. Αυτά έχουν καταργηθεί προ πολλού στα πολιτισμένα κράτη.

Ε, δεν είναι δυνατόν να επανέρχονται «από το παράθυρο» της αστυνομίας. Το γκλοπ, οι κλωτσιές, οι γροθιές τα χτυπήματα είναι «ποινές» απαγορευμένες, που επιβάλλονται μάλιστα, χωρίς δίκη!

Ο αστυνομικός δηλαδή μεταβάλλεται σε «δικαστή» και «δήμιο». Με ποιο δικαίωμα; Με ποια δικαιολογία και πώς έχει διαφύγει από την επιστημονική, νομική και δικαστική κοινότητα, ότι αυτό ακριβώς συμβαίνει;

Το χτύπημα με το γκλοπ κ.ά. είναι ποινή αυτοδικίας, παράνομη από κάθε πλευρά.

Επιτέλους, 200 χρόνια από την εθνική παλιγγενεσία αποβάλετε την τούρκικη νοοτροπία. Θάψτε τον βεληγκέκα.
Τον είχε σκοτώσει πριν απ’ την επανάσταση και μάλιστα σε μονομαχία(!) ο Αντώνης Κατσαντώνης.
 

* Βελή Γκέκας: τουρκαλβανός τζοχανταραίος (χωροφύλακας, φρουρός) του Αλή Πασά (ενσάρκωση της εξουσίας). Ως ήρωας του θεάτρου σκιών, δέρνει πάντοτε τον Καραγκιόζη, αλλά υπάρχει κι ο Μπαρμπαγιώργος, που προστατετεύει τ'ανηψoύδ’ τ'...

Κώστας Βενετσάνος

 

Αφήστε σχόλιο...

Προτεινόμενο Video

Διαφήμιση

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 147 guests και κανένα μέλος