Ο φίλος μου Μιχάλης Μαρκάκης, είναι γνωστός στους λογοτεχνικούς κύκλους με το όνομα Κριτίων, συνθετικό τού Κρήτη και Ιωνία.
Η ποιητική μούσα του Κριτίωνα, σπάζει την ύλη που πρυτανεύει στην εποχή μας και επαναφέρει το λυρισμό μιάς γενιάς παλιότερης και αθώας.

Εξ ού και ο εν τω προκειμένω ποιητής, στον οραματισμό του προβάλλει το διηνεκές εφηβικό του ουτοπικό είδωλο, το οποίο εξακολουθεί να διακατέχει την παροντική του ωριμότητα. Και αυτό το διηνεκές είναι το ωραίο, το οποίο αναζωογονεί καθώς διατρυπά και φωτίζει τη ρουτινιαρισμένη πεζή καθημερινότητα.

Συνηθίζεται να λέγεται, πως η ποιητική τέχνη προσιδιάζει στη βιωματική μορφή του δημιουργού. Το περιεχόμενο της ποίησης είναι, ούτως ή άλλως κοινό, όσον αφορά τα ερεθίσματά του. Δηλαδή σε γενικές γραμμές, ο θεματικός πυρήνας ταλανίζεται στο ίδιο και παρόμοιο μοτίβο: Έρωτας και θάνατος, πλάση και φύση, θλίψη και χαρά, πατρίδα και λατρεία σε θρησκευτική θεότητα, άρνηση κοινωνική και εναντίωση, καταξίωση θεσμών και προσώπων και απαξίωση.

Στον Κριτίωνα αναδύονται πηγές εναλλασσόμενης άντλησης, οι οποίες σε ριψοκίνδυνη κινητικότητα απάγονται από την φτηνή και πεζή λαϊκότητα και καταφέρνουν την ουράνια προσέγγιση του ωραίου. Ο Κριτίων ιδρώνει με γραφή την οποία επιμελείται προσεκτικά, προτού τη δώσει στην κοινή κρίση, αυτό δε καταφαίνεται από την ξεχωριστά υποσημειούμενη χρονολογική δήλωση των ποιημάτων. Ένα δυό ποιήματα κάθε χρόνο τα οποία προφανώς διυλίζονται στη βάσανο μιας συνεχούς διόρθωσης, μέχρις ότου δοθούν στην δημοσίευση και ευρύτερη απόλαυση. Στη συλλογή του αυτή, μνήμες συνειδησιακά καταπιεσμένες, έρχονται αυθόρμητα, σε έκφραση ερινύων ή και νοσταλγικών φαντασιώσεων.

Από αυτές τις νοσταλγικές αναπολήσεις, όπου το ερωτικό στοιχείο καταγράφεται στην ουράνιο μορφή του, στο παρόν άρθρο γίνεται η επιλεκτική και φυσικά εν πολλοίς αποσπασματική σταχυολόγηση.

Τα περαιτέρω όμως λόγια λιγοστεύουν, όταν μπορεί κανείς και διατρέξει τους στίχους, του “Χειμάρρους” (Β΄).


Από το “Δίχως Φύλλα”

«Ποιός άνεμος σου μάδησε / λουλούδι μου τα φύλλα/ και το κορμί σου άφησε/ παντοτινά γυμνό.

»Λουλούδι που σε μύρισα / κι ένοιωσα ανατριχίλα/ κάποια βραδιά που φίλησα / το στόμα σου τ΄αγνό.

»Ποιός άνεμος λουλούδι μου/ ποιός άνεμος στα πήρε / και τώρα αγγελούδι μου / έμεινες μοναχό;

»Αν θέλεις στην αγκάλη μου / έλα ξανά και γύρε / και “Δίχως Φύλλα” αγάπη μου/ ακόμη σε ποθώ.»

Δεν νομίζω ότι μπορώ κάτι περισσότερο σχολιάσω, χωρίς να μιάνω αυτούς τους τρυφερά αλληγορικούς παραπάνω στίχους.

Στο παρακάτω ποίημα βλέπω τον ποιητή να κλείνει τα μάτια του σε μια ερωτική φαντασίωση και να ανασυνθέτει νοερά τη Βεατρίκη του. Απόσπασμα λοιπόν από το “Δροσοσταλιά”:

«Δροσοσταλιά στα μάτια σου η αυγή, / στον ουρανό αστέρι που φωτίζει. /Δροσοσταλιά στα μάτια σου η αυγή,/ πέφτει στη γή και λούλουδα ποτίζει.»

Το ίδιο σχεδόν σκηνικό στη “Φλόγα της Νιότης” πλημμυρίζει “βιωματικά;” τη ψυχή του:

«Ένα βραδάκι καθώς είχε γύρει / στο πλάί μου να ξεκουραστεί/ νερό μου ζήτησε απ΄το ποτήρι ,/ που έπινα να δροσιστεί.

»Στα χείλη της το φέρνει και δροσίζει/ τη φλόγα, της καρδιάς το μυστικό,/ τη βλέπω με λαχτάρα να πασχίζει, σταγόνα να μη μείνει απ΄ το “νερό”.

«Μα κάποτε τελειώνει.. με κοιτάζει ../ άν θέλει κι άλλο τότε τη ρωτώ … /Γυρνά , μέσα τα μάτια με κυττάζει / κι έγώ στα χείλη τη γλυκοφιλώ.»

Το “Δίχως φύλλα” γράφτηκε το 1958, το “Δροσοσταλιά” το 1981 Το H Φλόγα της νιότης” πάλι το 1958.

Αλλά από το 1968 με το ποίημα “Όλα σβήνουν” όταν μας λέει ερωτηματικά πως: «Κεραυνοβόλος έρως στην ψυχή μας; / Ο χρόνος όμως μπαίνει στη ζωή μας!» δείχνει με τη μούσα του, πως από τα νιάτα του ποτέ δεν πήρε ανέμελα τη ζωή, αλλά πάντα εύρισκε κάτι να τον κατατρύχει φιλοσοφικά. Και αυτό πάντοτε αν αποδεχτούμε σε ένα δικό του ερωτικό απολογισμό, αν δεχθούμε την βιωματική απεικόνιση του όλου στιχουργικού σκηνικού.

Έτσι το 2006, αναζητώντας εικονικά τον χαμένο χρόνο, αλληγορικά σε τρίτο πρόσωπο διαβάζομε στο παρακάτω ποίημα “Κανείς μόνος”, να αφήνει να συμβολίζεται μια Nτοστογεφσκική μοναξιά:

«Δεν άντεχε η έρημος/ τη γύμνια της να βλέπει / και την απέραντη σιωπή / στον άμμο ξαπλωμένη.

»Ξάφνου αγέρας φύσηξε/ με λύσσα και μανία / σκόνη τον άμμο σήκωσε / κόκκινο στα ουράνια.

»Αντάρα απλώθηκε παντού/ τον ουρανό θολώνει /και με βροντές και αστραπές / και κεραυνούς πληγώνει, / τα σύννεφα που μαύρισαν κι έπεσε η βροχή τους / πούχε τον άμμο συντροφιά/ με θόρυβο κι αντιλαλιά. …/

»Τώρα σταμάτησε η βροχή / και στην απόλυτη σιγή/

Η έρημος αντήχησε: Σιωπή δεν είμαι μόνη!

Το 1981, μας είχε μιλήσει πάλι για μοναξιά με το ποίημα, “Σιωπή”, αλλά τότε σε προσωπική απολογία «Μόνος, και στόμα ούτε χείλη να μιλήσω/ δεν έχω, και με πνίγει η σιωπή./ δώς μου τα χέρια σου, στα χέρια μου να σφίξω,/ μόνη να μείνει μόνο η σιωπή»

Μοναξιά, σιωπή, ταλανίζουν αβάστακτα τον ποιητή που απογοητευμένος στο “Δρόμος Λιθόστρωτος” (1970) πάντα σε απόσπασμα εξομολογείται:

« ….Ποιός θα βρεθεί στη μνήμη μου να στείλει/ λουλούδι δροσερό,/ και σε φτωχό σταυρό / το δάκρυ το καυτό, / της λησμονιάς να ανάβει το καντήλι»…..


Και η απόγνωση κορυφώνεται στον “Πόθο” (1958):

«…. Μά απ’ αγάπη ορφανός/ κι από φιλιά θα μείνω,/ σαν φύγω ο φτωχός / και θα με βάλλουν στο στερνό, / αιώνιό μου, κλίνο,/ άγγιχτο και αγνό!»

Ο Κριτίων ακόμα και στην ωριμότητα του εξακολουθεί στο στίχο του να είναι ένας ρομαντικό αιώνιος έφηβος.

Δυστυχώς μας ξαφνιάζει όταν αιφνίδια αρχίζει να διακατέχεται από μια υπαρξιακή κάμψη. Μα κανείς δεν βρέθηκε να του πεί ότι το παρόν είναι διηνεκές; Ότι μόνο ο άνθρωπος έχει αντίληψη του χρόνου, άν και αυτού του χρόνου η ύπαρξη αμφισβητείται ή είναι απλά σχετική; Ότι το φόβητρο του θανάτου, είναι φόβητρο γιατί είναι το σλόγκαν της αγοράς και ότι κάποιοι κερδίζουν ποικιλότροπα από αυτόν; Και γιατί αυτόν να τον θυμόμαστε στα στερνά μας, αφού ήδη έχει υπογραφεί με τη γέννησή μας;..


Τέλος πάντων οι στίχοι του Κριτίωνα δεν είναι στίχοι, ούτε για να διαβάζονται, ούτε για να απαγγέλλονται, αλλά μοναχά για να γίνονται τραγούδι. Και αυτό και μόνο πρέπει και αρκεί για να τον βγάλει από τη μοναξιά του, που προσωπικά δεν βλέπω να υπάρχει, αφού έχει κοντά του την ποιητική του μούσα.

                                                                                                    
                                                                                             γράφει ο: Γιάννης Κορναράκης του Μάνθου


Σημείωση και διόρθωση ημαρτημένου:

Ο Κριτίων απαγγέλλει κάθε Πέμπτη στον Αττικό Πνευματικό Σύλλογο Γλυφάδας. Το ίδιο και η κυρία Δήμητρα Καραφύλλη που το όνομά της στο περασμένο άρθρο εκ λάθους ανεγράφη Καρ(ο) φύλλη. Η κυρία όμως Καραφύλλη είναι αδιάθετη και απέχει προς το παρόν μέχρι της ανάρρωσης της, την οποία ευχόμαστε ολόψυχα.

Προτεινόμενο Video

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 474 επισκέπτες και κανένα μέλος