Φανή ...Φανούλα ...
- Κοιμήσου Χαρά, είναι αργά πολύ, έχεις σχολείο αύριο.
- Κρυώνω, νά ‘ρθω στο κρεβάτι σου;
- Έλα
- Θα μου πεις πάλι εκείνο το παραμύθι με τον Πέτρο, τον λύκο και το πουλί της φωτιάς;
- Ναι, και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Κοιμήσου μωρό μου, είμαι πολύ κουρασμένη.
Κάθε μέρα ήταν κουρασμένη η Φανή. Οκτώ ώρες, με τις υπερωρίες δέκα και δώδεκα κάποιες φορές, σ’ εκείνο κει το εργοστάσιο με τις χλωρίνες στη Λένορμαν. Έλεγε πως ποτέ δεν θά ‘φευγε από πάνω της η μυρωδιά της χλωρίνης. Σκέφτηκε κείνο το παιδί με το ταξί, τον Αλέκο. Δεν έμειναν πολύ μαζί, χωρίσανε όταν της είπε πως έπρεπε να δώσουν τη Χαρά σε ίδρυμα, γιά να φτιάξουν τη δική τους οικογένεια. Έπεσε στα μάτια της, κάτι έσπασε μέσα της. Η Χαρούλα σε ίδρυμα; Μα η Χαρούλα ήταν όλος ο κόσμος της, το νόημά της, η ζωή και η παρηγοριά της. Θυμήθηκε την πρώτη φορά που δόθηκε στον Αλέκο. Την ένοιωσε σφιγμένη, κρατημένη, της τό ‘πε.
- Δεν σου μυρίζω χλωρίνη;
- Μα τ’ είν’ αυτά που λες τώρα; Έλα, σε θέλω.
Κάθε φορά που έκαναν έρωτα είχε αυτή την έγνοια. Ότι μύριζε χλωρίνη.
Γύρισε και κοίταξε το αγγελούδι στο πλάϊ της κι αναστέναξε. Τι γλυκά που κοιμόταν!
Ορφάνεψαν μικρές κι από τους δυό γονείς. Τους χάσανε σ’ αυτοκινητικό δυστύχημα. Γιά λίγο φρόντισε τα ορφανά η γιαγιά της απ’ τη μάνα, αλλ’ έφυγε κι αυτή μετά από τρία χρόνια. Τουλάχιστον είχαν εκείνο το σπιτάκι στα Πετράλωνα, που τους άφησε. Σταμάτησε το σχολείο, κρίμα κι ήταν καλή μαθήτρια. Πολύ καλή. Μα έπρεπε να δουλέψει γιά να ζήσουν, να πάει η Χαρά στο σχολείο. Η Χαρά. Οι χαρές της όλες. Κι εκείνος ο ...τελοσπάντων ας είναι καλά, να της πει να την κλείσουν στο ίδρυμα!

Τό ‘βλεπε μέρα με τη μέρα το μπουμπούκι να μεγαλώνει και ν’ανθίζει, να γίνεται μιά κοπέλα πανέμορφη. Κι άρχισαν οι άλλες οι έγνοιες τότε. Την ορμήνευε σαν αδελφή και σαν μάνα μαζί. Πάντα μιλούσαν άνετα μεταξύ τους. Μα τώρα τελευταία η μικρή είχε αλλάξει. Των αντρών τα λόγια τής είχαν σηκώσει τη μυτούλα πολύ ψηλά. Ήξερε η δόλια η Φανή πως τά ‘χε μπλέξει μ’ έναν συμφοιτητή της στο πανεπιστήμιο. Ήξερε κι ότι δεν ήταν ο μόνος. Πάσχιζε να της πει πως αυτό δεν ήταν σωστό, πως μ’ έναν άνθρωπο μαζί έπρεπε νά ‘ναι, μα η Χαρά γελούσε.
- Εγώ τους παρατάω, εμένα δεν με παρατάει κανείς, καμάρωνε η μικρή κι όσο την άκουγε έτσι η Φανή, τόσο τη ζώνανε τα φίδια.
Μέχρι που την άκουσε μόνο ένα όνομα να λέει στο τηλέφωνο κάθε μέρα και να τρώει δυό ώρες γιά να στολίζεται κάθε φορά που ήταν να βγεί. Αλλά δεν ήξερε αν έπρεπε να χαρεί. Κι ύστερα, μέρα με τη μέρα, η Χαρά έπαψε νά ‘ναι η γελαστή, η γεμάτη αυτοπεποίθηση κοπέλα που ήξερε. Κλεινόταν στον εαυτό της, τής μιλούσε απότομα, έκανε μέρες και βδομάδες να πατήσει στη σχολή της, ήταν πολύ νευρική, κατάλαβε η Φανή πως κάτι άσχημο συνέβαινε, μα δεν μπορούσε να φανταστεί πόσο άσχημο ήταν. Από τη μικρή δεν περίμενε να βγάλει άκρη. Έπρεπε μόνη της να μάθει. Κι έμαθε. Της άνοιξε τα μάτια μιά γειτονοπούλα, φίλη τής Χαράς από τα σχολικά θρανία. Ηρωΐνη. Ο μεγάλος έρωτας την είχε σπρώξει στα ναρκωτικά. Και σαν να μην έφτανε αυτό την είχε κάνει και βαποράκι.
Τρελάθηκε η Φανή. Ο κόσμος της όλος γκρεμίστηκε. Πήγε, τον βρήκε, τον απείλησε, εκείνος χασκογέλασε. Σκέφτηκε να τον σκοτώσει, σκέφτηκε διάφορα στην τρέλα της. Μίλησε στην αδερφή της και γιά πρώτη φορά στη ζωή τους τσακωθήκανε κι αλλάξανε άσχημα λόγια. Η Χαρά έφυγε από το σπίτι. Πήγε η Φανή στην Αστυνομία, βρήκε κατανόηση, της είπαν τον ξέρουν αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν πολλά πράγματα αν η Χαρά δεν μιλούσε να τους βοηθήσει. Ποιά Χαρά; Η Χαρά είχε γίνει άφαντη.
Τι ντετέκτιβ έβαλε η φουκαριάρα η Φανή, τι το σπίτι κόντεψαν να της φάνε και τίποτε δεν έγινε. Ήρθε και μαράζωσε και κακογέρασε πριν απ’ την ώρα της. Η Χαρά; Η Χαρά της; Γιατί Θεέ μου; γιατί;
Πέρασαν οκτώ μήνες όταν ένα απομεσήμερο της χτύπησαν την πόρτα. Πετάχτηκε αλαφιασμένη από τον μαύρο ύπνο, έριξε κάτι πάνω της κι άνοιξε με βιά. Στο κατώφλι στεκόταν εκείνο το ευγενικό παιδί, ο ανθυπασπιστής από το Τμήμα, που είχε κάνει ότι μπορούσε για να τη βοηθήσει.
- Κυρία Φανή, συγνώμη γι’ αυτό που θα σας πω, λυπάμαι, λυπάμαι πολύ ...
- Γιά τ’ όνομα του Θεού, μιλήστε μου, τη βρήκατε;
- Τη βρήκαμε κυρία μου, λυπάμαι, αλλά πρέπει να έρθετε γιά αναγνώριση.
Πώς έζησε μετά από αυτό; Ποτέ δεν κατάλαβε που βρήκε τη δύναμη να ζήσει, ενώ ήθελε τόσο πολύ να πεθάνει. Κάθε μέρα στον μικρό, πάντα φορτωμένο με λουλούδια τάφο με τη γελαστή φωτογραφία, κάθε μέρα, χρόνια και χρόνια. Και τα βράδια, κάθε βράδυ «καληνύχτα Χαρούλα» να λέει κι ύστερα να παίρνει το βιβλίο με τα ρώσικα παραμύθια και τις ζωγραφιές και να διαβάζει φωναχτά το αγαπημένο της Χαράς: «Ο Πέτρος, ο λύκος και το πουλί της φωτιάς».
Συνήθιζε να πηγαίνει συχνά έξω από το δημοτικό σχολειό της μικρής, στο μεγάλο διάλειμμα. Στηριζόταν στα κάγκελα και κοιτούσε τα παιδιά να παίζουν. Τα κοριτσάκια πιό πολύ. Αχ, πως τα κοιτούσε και τι γαλήνη ήταν αυτή π’ απλωνόταν στο πρόσωπό της. Έλαμπε. Και στην παιδική χαρά εκεί κοντά πήγαινε τ’ απογεύματα και πάντα είχε στην τσάντα της σοκολάτες και καραμέλες. Οι μανάδες την ήξεραν και τη συμπαθούσαν την καλοκάγαθη γιαγιά και τα παιδάκια μαζεύονταν σμάρι γύρω της. Ιδιαίτερα τα κοριτσάκια. Κρέμονταν απ’ τα χείλη της όταν τους έλεγε παραμύθια και παρατούσαν τα παιχνίδια τους γιά να την ακούσουν. Μόνο ένα παραμύθι δεν τους είχε πει ποτέ. Εκείνο το παραμύθι που την βρήκε η γειτόνισσα η Όλγα να κρατά, ένα βραδάκι που της πήγε λίγη κοτόσουπα. «Ο Πέτρος, ο λύκος και το πουλί της φωτιάς».
- Κυρά Φανή, κυρά Φανή ...Χριστέ μου, όχι.
Έδειχνε τόσο ευτυχισμένη. Σαν να διάβαζε κείνο το παραμύθι στη Χαρά της και σαν να την άκουγε να παρακαλεί: «έλα Φανούλα, διάβασέ το μου πάλι».

Προτεινόμενο Video

Διαφήμιση

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 57 guests και κανένα μέλος