... Το λεωφορείο σταμάτησε. «Στάση Γραφείο Δημάρχου»,

Πέρασε από τον έλεγχο και μπήκε στο ασανσέρ. -«Που πηγαίνετε κύριε»; τον ρώτησε ο χειριστής. -«Στο γραφείο Δημάρχου, παιδάκι μου».

――――――――――

Ο γεροντάκος μόλις είχε κατέβει απ’ το λεωφορείο κι ακούμπησε στο στέγαστρο της στάσης για να ξαποστάσει. «Στάση Δημαρχείου». Πόσα λεωφορεία είχε πάρει απ’ το πρωί; Δεν θυμόταν πια. Το μόνο που θυμόταν ήταν ότι ξεκίνησε αξημέρωτα και τώρα... Κοίταξε το ρολόϊ του: «Ωχ, Παναγιά μου, μία πήγε, πρέπει να βιαστώ». Έσιαξε την τραγιάσκα του, χαιρέτησε τον φρουρό της πύλης του Δημαρχείου κι έδειξε την ταυτότητά του. -«Που πηγαίνεις παππού»; τον ρώτησε εκείνος βαριεστημένα. -«Στον Δήμαρχο γιέ μου, έχω κλείσει ραντεβού πριν έξι μήνες, πρόκειται για σοβαρό θέμα και...» -«Καλά, καλά... -τον έκοψε ο φρουρός- όλοι τα ίδια λέτε, πάρε το λεωφορειάκι και πες  στον οδηγό να σε κατεβάσει στο κτίριο 12. Εκεί θα πεις στον φρουρό της εισόδου ότι έχεις δείξει την ταυτότητά σου στην πύλη κι εκείνος θα μου τηλεφωνήσει για να περάσεις».

Χάζευε απ’ το παράθυρο του μίνι μπας για να περάσει η ώρα. Δεξιά κι αριστερά της φαρδιάς λεωφόρου έβλεπε κτίρια πολυόροφα, αμέτρητα αυτοκίνητα, μπουλντόζες,  τροχοφόρα κάθε λογής και μεγέθους. Και πολλούς, μα πάρα πολλούς, ανθρώπους ντυμένους με στολές, που κρατούσαν εργαλεία στα χέρια και βάδιζαν σε ομάδες με πειθαρχημένο βήμα κι έναν μπροστά που φώναζε παραγγέλματα: «Ένα-δύο, εν-δυό, εν-δυό-ένα ...αριστερό...».

Το λεωφορείο σταμάτησε. «Στάση Γραφείο Δημάρχου», ακούστηκε η φωνή του οδηγού από το μεγάφωνο. Κατέβηκε κι έβαλε το χέρι αντήλιο. Ένα δωδεκαόροφο κτίριο ορθωνόταν επιβλητικό μπροστά του. Στην είσοδο κυμάτιζαν τέσσερις σημαίες. Η ελληνική, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Περιφέρειας και του Δήμου. Στις τζαμαρίες της εισόδου ήταν ζωγραφισμένος ο θυρεός του Δήμου: Ένας ελέφαντας που κουβαλούσε στην πλάτη του μιά πόλη. Από κάτω έγραφε: «Δεν υπάρχουν όρια».

Πέρασε από τον έλεγχο και μπήκε στο ασανσέρ. -«Που πηγαίνετε κύριε»; τον ρώτησε ο χειριστής. -«Στο γραφείο Δημάρχου, παιδάκι μου». Ο ντυμένος με βυσσινί στολή και κασκέτο νεαρός πάτησε το κουμπί με τον αριθμό 12, έβγαλε το κασκέτο κι έξυσε το κεφάλι του. -«Πρώτη φορά που έρχεσαι, παππού»; ρώτησε τον γέροντα. -«Ναι γιέ μου, δεν έχω ξανάρθει» απάντησε εκείνος, χαζεύοντας από τον διάφανο  ανελκυστήρα το πολύχρωμο ανθρωπομάνι που πηγαινοερχόταν στους διαδρόμους κάθε ορόφου. -«Πόσοι δουλεύουν εδώ»; ρώτησε τον νεαρό. -«Στο κτίριο Δημάρχου, ή σ’ όλο το συγκρότημα του Δημαρχείου»; αντιρώτησε εκείνος. -«Ναι, όλοι μαζί, πόσοι είσαστε»; -«Κοντεύουμε τις τρεις χιλιάδες, αλλά θα πάρει κι άλλους, δεν βγαίνει η δουλειά».

Το ασανσέρ περνούσε τώρα από τον όροφο με τα κομπιούτερ. Ο δαιμονισμένος θόρυβος από το χτύπημα των πλήκτρων τρύπησε τους γυάλινους τοίχους κι έφτασε στ’ αυτιά του γεροντάκου. -«Πω-πω, πόσα κομπιούτερ»! θαύμασε. -«Διακόσια παππού. Είκοσι για κάθε έναν από τους Δήμους που συνενώθηκαν, ετοιμάσου, φτάνουμε». Η πόρτα του ασανσέρ άνοιξε και το πόδι του κυρ-Μπάμπη πάτησε σ’ ένα κόκκινο μαλακό χαλί, κεντημένο με εκατοντάδες ελεφαντάκια που κουβαλούσαν στην πλάτη τους μιά πόλη. Σταμάτησε μιά κοπέλα που έτρεχε μ’ ένα μάτσο ντοσιέ. «Που είναι το γραφείο του Δημάρχου, κόρη μου»; - «Τέταρτος διάδρομος δεξιά, και δεύτερος αριστερά, θα δείτε, έχει πινακίδες συνέχεια, μη φοβάστε, θα το βρείτε».

Έφτασε έξω από το γραφείο του Δημάρχου, κοίταξε με αγωνία το ρολόϊ του κι άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό ανακούφισης. Μία και εικοσιέξι. Το ραντεβού του ήταν για τις μιάμιση. Μπροστά από την θεόρατη, διπλή συρόμενη πόρτα στέκονταν δυό πανύψηλοι φρουροί του Δήμου με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος τους. Παντού γύρω είχε καναπέδες σαν των νοσοκομείων, όπου κάθονταν καμμιά δεκαριά επισκέπτες όλοι κι όλοι. Το ωράριο των ραντεβού τελείωνε. Κάθισε να ξαποστάσει καρφώνοντας το βλέμμα του στη δίφυλλη πόρτα με προσμονή. Η τραγιάσκα στα χέρια του υπέφερε από το παίδεμα. Επιτέλους, μετά από έξη μήνες θα έβλεπε τον Δήμαρχο. Καλά ήταν. Άλλοι περίμεναν πιο πολύ, απ’ ότι είχε ακούσει.

Η δίφυλλη πόρτα άνοιξε και βγήκε μιά κοπέλα μ’ ένα χαρτί στο χέρι. «Ο κύριος Παρασκευαϊδης»; -«Εγώ, εγώ», φώναξε με χαρά ο κυρ-Μπάμπης και πετάχτηκε όρθιος με σβελτάδα παλληκαριού. -«Περάστε, θα σας δεί ο αντιδήμαρχος Νο 9, που έχει υπηρεσία σήμερα». –«Μα, δεσποινίς εγώ έχω ραντεβού με τον ίδιο τον κύριο Δήμαρχο, τι να τον κάνω τον αντιδήμαρχο»; παραπονέθηκε δειλά το γεροντάκι... -«Ο κύριος Δήμαρχος παραθέτει αυτή τη στιγμή γεύμα στον υπουργό Πολιτισμού της Γαλλίας, κύριε. Θέλετε να δείτε τον αντιδήμαρχο, ή να περάσει το επόμενο ραντεβού»; τον ρώτησε αυστηρά η ιδιαιτέρα. Τι να κάνει ο φουκαράς ο κυρ-Μπάμπης, έσκυψε το κεφάλι και την ακολούθησε. Ο Νο 9 ήταν από άλλη περιοχή, δυό ώρες δρόμο με το λεωφορείο από τη γειτονιά του. Τι να του έλεγε τώρα για το ΚΑΠΗ τους; Πιάσ’ τ’ αυγό και κούρεφτο.

Είχανε δίκιο, τελικά, οι άλλοι στο ΚΑΠΗ. Του τα λέγανε: «Αμα ήτανε να ‘βλεπε έτσι εύκολα ο καθένας τον Δήμαρχο, καημένε Μπάμπη»!

Προτεινόμενο Video

Διαφήμιση

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 41 guests και κανένα μέλος