Το 1847, χρησιμοποιώντας αιθέρα σε μια περίπτωση τοκετού, ο Τζέημς Σίμπσον από τη Σκωτία παρατήρησε ότι οι συσπάσεις της μήτρας συνεχίζονταν ακόμη κι αν η γυναίκα δεν είχε τις αισθήσεις της, και όταν άρχισε να πειραματίζεται και να μεταχειρίζεται χλωροφόρμιο για να ανακουφίζει τους πόνους του τοκετού, τότε ήταν που ξεσηκώθηκε άγρια θεολογική κατακραυγή.

Ο κλήρος χαρακτήρισε την αναισθησία στον τοκετό: «παρακμή του Σατανά, που φαινομενικά προσφέρεται για να ευεργετήσει τις γυναίκες. Όμως στο τέλος θα σκληρύνει την κοινωνία και θα στερήσει τον Θεό από τις βαθειές, ειλικρινείς κραυγές που υψώνονται σε στιγμές δύσκολες, ζητώντας την  βοήθειά του»

(W. Radofille, Milestones in Midwifery, σ. 81)

Η κατάργηση της κατάρας της Εύας φαινόταν πως απειλούσε τα θεμέλια της πατριαρχικής θρησκείας. Οι κραυγές των γυναικών στον τοκετό ήταν για τη δόξα του Θεού-Πατέρα.

Η ανακούφιση των γυναικείων πόνων θα «σκλήρυνε» την κοινωνία, λες και η μόνη εναλλακτική μορφή, πέραν από την mater dolorosa – τη γνωστή εικόνα της αιώνιας  πονεμένης  και  ικετεύου-

σας μητέρας, που επιτομή της είναι η Παναγία – θα ήταν η Μέδουσα, που το βλέμμα της μετατρέπει τους άντρες σε πέτρα.

Η αντίληψη αυτή εξακολουθεί να εκφράζεται στη ρητορική εναντίον των εκτρώσεων και επεκτείνεται, πέραν από οποιοδήποτε μεμονωμένο ζήτημα, στον φεμινισμό γενικά. Μετά το φοβερό και αργό θάνατο της Μαίρης Γούλστονκραφτ** από σηψαιμία στο δεύτερο παιδί της, ο αιδεσιμότατος Ρίτσαρντ Πόλγουηλ παρατήρησε με ευαρέσκεια ότι «πέθανε μ’ έναν θάνατο που υπογράμμιζε έντονα την διαφορά των φύλων, δείχνοντας το πεπρωμένο των γυναικών και τις αρρώστιες στις οποίες είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς» (Claire Tomalin, The Life and Death of Mary Wollstonecraft, σ.226)

Η ταύτιση της θηλυκότητας με τον πόνο – τόσο από τις γυναίκες όσο και από τους άντρες – συνδεόταν με την αντίληψη της γυναίκας ως μητέρας.

Η ιδέα ότι είναι αναπόφευκτο μια γυναίκα να υποφέρει παθητικά έχει υποστεί πολλές μεταμφιέσεις στην ιστορία. Όχι μόνον εκείνες της Εύας ή της Παρθένου Μαρίας, αλλά και μεταγενέστερες, όπως είναι η σύνδεση εκ μέρους της Ε. Ντόιτς της παθητικότητας και του μαζοχισμού με τη «φυσιολογική» θηλυκότητα.

Η μεσαιωνική γυναίκα πίστευε ότι σε κάθε γέννα πλήρωνε για την παράβαση της Εύας, η γυναίκα της μεσαίας τάξης τον δέκατο ένατο αιώνα μπορούσε να παίζει τον Άγγελο του Σπιτιού, τον μάρτυρα. Η θηλυκότητά της επιβεβαιωνόταν με τις αγωνίες που υπέφερε στους τοκετούς.

Η αξία της ζωής μια γυναίκας φαίνεται πως είναι εξάρτηση του αν είναι έγκυος ή αν έχει πρόσφατα γεννήσει. Οι γυναίκες που αρνούνται να γίνουν μητέρες δεν είναι απλώς ύποπτες συναισθηματικά, αλλά και επικίνδυνες. Όχι μόνον αρνούνται να συνεχίσουν το είδος αλλά στερούν επίσης την κοινωνία από το συναισθηματικό προζύμι της – τους πόνους της μητέρας. Ακόμη και στη δεκαετία του 1920 πιστευόταν ότι «οι πόνοι που υφίσταται μια γυναίκα στον τοκετό είναι ένα από τα ισχυρότερα στοιχεία της αγάπης, που τρέφει για τα παιδιά της».

Το ανδρικό γυναικολογικό κατεστημένο θεωρούσε παθολογική οποιαδήποτε γυναικεία σεξουαλική δεκτικότητα και ο «μύθος του εύθραυστου των γυναικών» στοίχειωνε την υπάρξη των γυναικών της μεσαίας και ανώτερης τάξης τους τελευταίους αιώνες.

Αν η εκπαίδευση υποτίθεται, καθώς υποστήριζαν με θράσος, ότι έκανε να ατροφούν τα γυναικεία αναπαραγωγικά όργανα, το να ψηφίζουν οι γυναίκες πιστευόταν ότι θα δημιουργούσε «φρενοκομεία σε κάθε κομητεία και ...ένα δικαστήριο διαζυγίων σε κάθε χωριό». (D. English, Complaints and Disorders, σ. 23-36)

Στις έννοιες της γλώσσας υπάρχουν μεγάλα μυστικά του πολιτισμού, όροι όπως «άτεκνη», «άκληρη» ή «στείρα», – «μαρμάρα» στην παπαδιαμαντική Σκιάθο – ορίζουν τη γυναίκα μέσα από μίαν έλλειψη, μια λειτουργία, μια μορφή ζωής. Δεν έχουμε καμία έκφραση για μια γυναίκα που ορίζει τον εαυτό της συνειδητά, όχι σε σχέση με τα παιδιά, ούτε σε σχέση με τους άνδρες («άνανδρη» τη λέει ο Παπαδιαμάντης), που έχει τη δική της ταυτότητα, που έχει επιλέξει τον εαυτό της. Ο όρος «ελεύθερη γυναίκα» είναι έντονα χρωματισμένος, με τη νύξη της σεξουαλικής ελευθεριότητας, του «ελεύθερου έρωτα», της «ελευθερίας» από το να είναι κτήμα ενός άνδρα: η γυναίκα ορίζεται και πάλιν από τις σχέσεις της με τους άνδρες.

Σε ολόκληρη την καταγεγραμμένη ιστορία, η «άτεκνη» γυναίκα αντιμετωπιζόταν σαν μια αποτυχημένη γυναίκα, ανίκανη να εκπροσωπήσει το φύλο της και δεν της αποδιδόταν ο υποκριτικός και καταπραϋντικός σεβασμός που αποδίδεται στη μητέρα. Οι «άτεκνες» γυναίκες κάηκαν σαν μάγισσες,  καταδιώχθηκαν,   στερήθηκαν το δικαίωμα να υιοθετούν παιδιά, επειδή ήταν ανύπαντρες. Θεωρήθηκαν ως ενσαρκώσεις της μεγάλης απειλής εναντίον της ανδρικής ηγεμονίας: η γυναίκα που δεν είναι δεμένη στην οικογένεια, που δεν είναι πιστή στον νόμο να ζευγαρώνει μ’ έναν άνδρα και της τεκνοποιΐας, είναι μια απειλή. Χωρίς όμως τη διανόηση των «άτεκνων» γυναικών, χωρίς τη Σάρλοτ Μπροντέ (που πέθανε στην πρώτη της εγκυμοσύνη), τη Μάργκαρετ Φούλλερ, χωρίς την Τζωρτζ Έλιοτ, την Έμιλυ Μπροντέ, την Έμιλυ Ντίκινσον, την Κριστίνα Ροσσέτι, τη Βιρτζίνια Γουλφ, τη Σιμόν Ντε Μπωβουάρ και τόσες άλλες ξένες ή Ελληνίδες «άτεκνες», θα πάσχαμε όλες σήμερα από πνευματικό υποσιτισμό ως γυναίκες.

Αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα. Ξέρουμε ότι την ίδια στιγμή που μιλάμε, το χάσμα ανάμεσα σε «μητέρες» και «άτεκνες» (ακόμη και ο όρος είναι μια σχετική άρνηση, όπως το «χήρα», που σημαίνει χωρίς), θα κλείσει μόνον καθώς θα καταλαβαίνουμε ότι τόσον η απόκτηση παιδιών, όσον και η απουσία τους χρησιμοποιήθηκαν για να κάνουν τις γυναίκες αρνητικές οντότητες, φορείς του κακού.***

Ένα παιδί δεν πρέπει να είναι μια επιθυμία, ούτε προϊόν επιθυμίας. Επίσης δε μας χρειάζεται να είμαστε οι δέκτες της αυτοάρνησης και της απογοήτευσης μιας άλλης γυναίκας ή της μητέρας μας.

Το να διδάσκουμε μια κόρη, πάνω στα Βικτωριανά πρότυπα, ότι η μοίρα της είναι «να υποφέρει και να σιωπά», ότι η μοίρα των γυναικών είναι προκαθορισμένη, είναι εντελώς διαφορετικό από το να της γνωρίζουμε με ειλικρίνεια τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν όλες οι γυναίκες στην πατριαρχία.

Ας έχουμε υπ’ όψιν μας ότι η ποιότητα της ζωής μιας μητέρας – όσον σκληρή κι αν είναι – είναι το κύριο κληροδότημά της προς την κόρη της, επειδή μια γυναίκα που μπορεί να πιστέψει στον εαυτό της, που είναι αγωνίστρια και που εξακολουθεί να αγωνίζεται για να δημιουργήσει βιώσιμο χώρο γύρω της, δείχνει στην κόρη της και στις άλλες γυναίκες ότι αυτές οι δυνατότητες είναι υπαρκτές και ότι η κατάθλιψη και ο πόνος μπορούν να μετατραπούν σε επίγνωση και προσδοκία.

 


* Η Βούλα Λαμπροπούλου είναι  συνταξιούχος  καθηγήτρια  του  Πανεπιστημίου  Αθηνών  στη  Φιλοσοφία  και  τις  Γυναικείες  Σπουδές.

** Αγγλίδα φιλόσοφος (1759-1797). Το έργο της «Η Υπεράσπιση των Δικαιωμάτων της Γυναίκας» είναι η πρώτη δημόσια καταγγελία της φυλετικής καταπίεσης των γυναικών

*** Είναι γι’αυτό που ιεράρχες, όπως κάποτε ο αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός απαγόρευσε σε δύο Ελληνίδες αδελφές να πέσουν στην  θάλασσα και να πιάσουν το Σταυρό, βγάζει δε και πύρινους λόγους για το «μιαρόν» γένος.

 

 

Προτεινόμενο Video

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 378 επισκέπτες και κανένα μέλος