Πιστεύω ακράδαντα, ότι εάν ως φιλόσοφος δεν συνομιλήσεις με όλους τους εμπλεκόμενους στις υποθέσεις της ζωής σου, τότε οδηγείσαι στον γυάλινο πύργο σου

 γράφει ο Θεόδωρος Γεωργίου*

Κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα (εδώ και ένα εξάμηνο) όλοι μας, είτε ως δημότες είτε ως κάτοικοι, προσπαθούμε να κατανοήσουμε αυτό που ονόμασα ως πρόβλημα: σε ποιά πόλη κατοικούμε (ΕΒΔΟΜΗ, φύλλο της 19ης Σεπτεμβρίου 2020). Δηλαδή θέλουμε να καταλάβουμε τί συμβαίνει σε όλα τα επίπεδα στην πόλη μας.

Ένας συνάδελφός μου, καθηγητής στο ΠΑΝΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ, μου λέει συνέχεια: γιατί ασχολείσαι τόσο πολύ με την περιοχή, στην οποία κατοικείς; Ο ίδιος κατοικεί στην Φιλοθέη και δεν έχει «πατήσει το πόδι του» σε φούρνο, σε κρεοπωλείο, σε μανάβικο, ποτέ! Αντιθέτως εγώ επιδιώκω δύο – τρεις ώρες την ημέρα να «βγαίνω στην αγορά», κατά το πρότυπο του Σωκράτη. Πιστεύω ακράδαντα, ότι εάν ως φιλόσοφος δεν συνομιλήσεις με όλους τους εμπλεκόμενους στις υποθέσεις της ζωής σου, τότε οδηγείσαι στον γυάλινο πύργο σου.

Η Βούλα και η γύρω περιοχή, είναι μία «τεχνητή πόλη»! Αυτό σημαίνει, ότι η ίδια αυτή πόλη δεν μπορεί να αποκτήσει αυτοσυνείδηση της πολιτικής ύπαρξής της. Κατασκευάσθηκε ή εάν θέλετε, δημιουργήθηκε, μέσω ιστορικών και κοινωνικών διαδικασιών, οι οποίες με μαθηματική ακρίβεια, την οδηγούν στο «βαθμό μηδέν» της πολιτικής ύπαρξης. Η κεντρική πλατεία ονομάζεται: «πλατεία Ιμίων» και άλλοι δημόσιοι χώροι φέρουν επωνυμίες πρόσφατων ιστορικών γεγονότων της ελληνικής πολιτικής ιστορίας.

Όταν, λοιπόν, κατοικούμε σ’ έναν τόπο «χωρίς μνήμη» και αυτός ο τόπος δεν θέλει επιπλέον να αποκτήσει συνείδηση της πολιτικής του ύπαρξης, επόμενο είναι να καταφεύγουμε στα «μικρά ηθικά» της καθημερινής ζωής μας, στον κοινωνικό βιόκοσμό μας. Όταν βγαίνουμε από το σπίτι μας, θέλουμε τα πεζοδρόμια να είναι καθαρά και να μην βρίσκουμε εκεί σταθμευμένα αυτοκίνητα. Θέλουμε οι σκύλοι μας να ακολουθούν κανόνες, θέλουμε οι αδέσποτες γάτες μας να διαβιούν σ’ ένα καθεστώς του οποίου το επακόλουθο δεν είναι ο γενικός σκουπιδότοπος.

Και τώρα φθάνουμε στο κρίσιμο σημείο της παρέμβασής μου: δύο φίλες αναγνώστριες, έγραψαν (απάντησαν) για το κείμενό μου για τον θερινό κινηματογράφο ΑΚΤΗ: Απαντώ στην κυρία Νίκη Καλλιστράτου και δηλώνω τα εξής: η λειτουργία αυτού του θερινού κινηματογράφου έχει σφραγίσει την ζωή μας ή ορθότερα το «ευ ζην». Δεν γνώριζα, ότι ο αξιότιμος κύριος Χρήστος Διονυσόπουλος πρωτοστάτησε για να χαρακτηρισθεί ιστορικό μνημείο ή διατηρητέο κτήριο. Ζητώ δημοσίως συγνώμη και θα ήθελα με τον κύριο Διονυσόπουλο, να κάνουμε μία δημόσια διαβούλευση επί αυτού του ζητήματος.

Η δεύτερη απάντησή μου στο δημόσιο διάλογο για τα «μικρά ηθικά», απευθύνεται στην αγαπητή κυρία Τίνα Τσιρακοπούλου. Πράγματι, παρέλειψα να αναφερθώ στην επιμέλεια μουσικών συνθέσεων που παίζουν καθοριστικό ρόλο στην αισθητική (κινηματογραφική) εμπειρία μας.

Κυρία Τσιρακοπούλου, θέλω από εσάς, επειδή όπως διαπιστώνω δεν είμαι ο τελευταίος δημότης σ’ αυτή την «έρημη πόλη», να με διαβεβαιώσετε, ότι άλλο πράγμα είναι η ΑΚΤΗ (το θερινό σινεμά) ως ιστορικό μνημείο και άλλο πράγμα είναι η ΑΚΤΗ ως αισθητική εμπειρία. Περιμένω την απάντησή σας.

Το τελικό συμπέρασμα είναι το εξής: το ερώτημα, σε ποιά πόλη κατοικούμε, μπορούμε να το απαντήσουμε μόνον εμείς, οι δημότες, οι κάτοικοι, οι πολίτες. Και η πολιτική σελίδα για τα «μικρά ηθικά» του κοινωνικού βιόκοσμου, δεν είναι περιθωριακή λογική ενός τόπου (του Δήμου των 3Β) που επιδιώκει τον αναπτυξιακό αυτοπροσδιορισμό του, αλλά εντάσσεται στην λογική της αυτογνωσίας.

 

 

――――――――

* Ο Θεόδωρος Γεωργίου είναι καθηγητής ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ στο ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ και τακτικός συνεργάτης στην εφημερίδα: «ΕΒΔΟΜΗ»

 

Προτεινόμενο Video

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 103 guests και κανένα μέλος