Στο ελληνικό κοινοβούλιο ψηφίσθηκε το νομοσχέδιο που εισηγήθηκε η Υπουργός Παιδείας με κύριο θεματικό αντικείμενο την εξίσωση των τίτλων σπουδών των ιδιωτικών κολεγίων με τα πτυχία των Πανεπιστημίων! Δεν θα επιμείνω στη διεξοδική συζήτηση που διεξήχθη ανάμεσα στους κοινοβουλευτικούς ομιλητές, αλλά θα εστιάσω την πολιτική προσοχή μου σ’ ένα ζήτημα, το οποίο συνιστά, τελικά, την ουσία του σχετικού προβληματισμού.

Το πανεπιστήμιο ως κοινωνική σφαίρα (ως θεσμός όπως συνηθίζουμε να λέμε) έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Δεν είναι δημόσια υπηρεσία, δεν είναι εκπαιδευτικό ίδρυμα επαγγελματικής κατάρτισης. Δεν είναι και πολλά άλλα, όσα θα μπορούσαμε να φαντασθούμε. Ο ιδρυτής του πανεπιστημίου ο Wilhelm von Humboldt, επινόησε μία κοινωνική περιοχή (σφαίρα), η οποία ως ελεύθερη και ανεξάρτητη ανθρώπινη και κοινωνική συνθήκη αναλαμβάνει μία αποστολή, ένα έργο (Aufgabe γερμανιστί), το οποίο δεν είναι άλλο από τον κοινωνικό αναστοχασμό (Reflexion). Με απλά λόγια μέσω του πανεπιστημίου η κοινωνία αναστοχάζεται τον εαυτό της (τις παθογένειές της, τα ελαττώματά της, το παρελθόν της, την πολιτική οργάνωσή της, τις ιστορικές προοπτικές της) και προχωράει. Η ιδέα αυτή περί πανεπιστημίου ως αυτοστοχασμού της κοινωνίας, λειτούργησε επί δύο αιώνες: από το έτος 1810, οπότε και ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο του Βερολίνου με τον όνομα: Humboldt, μέχρι τα τέλη του εικοστού αιώνα και συγκεκριμένα το έτος 1999, οπότε και τέθηκε σε εφαρμογή η περιώνυμη «Μπολόνια».

Τί ακριβώς συνέβη με την «Μπολόνια» σε σχέση με τα εκπαιδευτικά πράγματα της Ευρώπης; Στο ερώτημα αυτό απαντώ χωρίς περιστροφές: εγκαταλείφθηκε το «μορφωτικό παράδειγμα» της εκπαίδευσης και υιοθετήθηκε το τεχνοκρατικό μοντέλο. Γι’ αυτήν την ριζική τομή (την οποία εγώ προσωπικά αντιλαμβάνομαι ως πολιτική οπισθοδρόμηση) έχουν παίξει πολλοί παράγοντες τον ρόλο τους. Αναφέρω, ενδεικτικά, μόνον δύο: την τεχνολογική και ψηφιακή εξέλιξη και προ πάντων τη θεσμοθέτηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος ως μηχανισμού ελέγχου της βιοτικής κατάστασης του ανθρώπου.

Το θεσμικό πλαίσιο της εκπαίδευσης στη δική μας ελληνική περίπτωση, ακολουθεί τα βήματα αυτά. Δηλαδή ενώ μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες της μεταπολίτευσης όλες οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις είχαν ως στόχο τους το μορφωτικό έργο (βλ. π.χ. τη γλωσσική μεταρρύθμιση του Ράλλη), μετά την «Μπολόνια» όλες οι σχετικές κυβερνητικές πρωτοβουλίες ήταν και εξακολουθούν να είναι τεχνοκρατικές. Η εξίσωση των τεχνολογικών ιδρυμάτων με τα Πανεπιστήμια, με την πολιτική πρωτοβουλία του ΣΥΡΙΖΑ, υπακούει σ’ αυτή την τεχνοκρατική λογική. Το ίδιο συμβαίνει και με την τωρινή κυβερνητική πρωτοβουλία για τα ιδιωτικά κολέγια.

Δεν ανέλαβα, ως καθηγητής Πανεπιστημίου, οποιαδήποτε διοικητική θέση σε Πανεπιστήμιο, όχι μόνον επειδή ακολουθώ τα βήματα του καθηγητή μου Jürgen Habermas, αλλά προ πάντων επειδή ο ίδιος προσωπικά διέγνωσα εγκαίρως ότι η δημόσια εκπαίδευση μπορεί να λειτουργήσει δημιουργικά και αποτελεσματικά για όλους μας μέσα από τη δουλειά μας (την έρευνά μας και τη διδασκαλία μας).

Όσοι φοιτητές (φοιτήτριες) γίνονται μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας, αυτό δεν γίνεται επειδή θέλουν να «βρουν δουλειά», αλλά επειδή θέλουν να «μορφωθούν». Το ίδιο ισχύει και για τους καθηγητές, οι οποίοι είναι αφοσιωμένοι στο μορφωτικό έργο τους. Οι «σειρήνες» όμως εγκαταστάθηκαν στο εσωτερικό του Πανεπιστημίου μετά την «Μπολόνια»!

Η πρόσφατη, λοιπόν, ρύθμιση της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ για τα κολλέγια, δεν είναι μία ρύθμιση εκπαιδευτικής λογικής. Με τους όρους της πολιτικής φιλοσοφίας της παιδείας, είναι μία ρύθμιση προσαρμογής στο δόγμα του νεοφιλελευθερισμού, σύμφωνα με το οποίο η παιδεία δεν είναι «δημόσιο αγαθό», δεν είναι μία βιοτική συνθήκη των ανθρώπων, αλλά εξαρτάται από το επάγγελμα. Δηλαδή εξαρτάται από την αγορά εργασίας.

Εάν τελικά η απόσταση από το Βερολίνο (1810) μέχρι την Μπολόνια (1999) με το τρένο διαρκεί επτά ώρες (7 τον αριθμό), φαίνεται πως η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ έχει σπάσει κάθε χρονικό ρεκόρ! Το συμπέρασμά μας είναι το εξής: οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις με μορφωτικούς στόχους έφθασαν στο τέλος τους μετά το 1999 (Μπολόνια) και ό,τι σχεδιάζεται έκτοτε υπακούει στη νεοφιλελεύθερη τεχνοκρατική λογική, σύμφωνα με την οποία η αγορά και το οικονομικό υποσύστημα, καθίστανται οι ρυθμιστές του εκπαιδευτικού συστήματος. Η παιδεία ως υπόθεση των πολιτών έχει ανατεθεί στο οικονομικό υποσύστημα και η δημόσια εκπαίδευση οδηγείται στο απόσπασμα.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
καθηγητής ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ
στο ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ

 

Προτεινόμενο Video

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 160 επισκέπτες και κανένα μέλος