Το παρόν κείμενο αυτό είναι περίληψη της ανακοίνωσης του καθηγητού ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ* στο σεμινάριο της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ, που θα γίνει την Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2020 (7 έως 9 μ.μ.), στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων (Ακαδημίας 50 Αθήνα),

Ι. ΤΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ:

Ως κριτική θεωρία χαρακτηρίζεται εκείνος ο τύπος (μορφή) σκέψης, σύμφωνα με τον οποίο το υποκείμενο (cogito) και το αντικείμενο δεν συνδέονται μέσω της αναπαραστατικής σχέσης (ο νους δεν είναι ο καθρέφτης της πραγματικότητας), αλλά διαμεσολαβούνται κατά διαλεκτικό τρόπο. Τα πρωτεία κατέχει το αντικείμενο (η πραγματικότητα) και το σκέπτεσθαι (Denken) συγκροτείται σύμφωνα με το πρόταγμα: «ταυτόν εστί νοείν τε καί είναι». Η ταυτότητα του σκέπτεσθαι με το είναι αποτελεί το γνωσιοθεωρητικό, αλλά και το πολιτικο-κοινωνικό θεμέλιο της κριτικής σκέψης.

Στην «κατασκευή» της ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ δύο παράγοντες παίζουν σημαντικό ρόλο. Και αυτοί είναι η ιστορικότητα (ο ιστορικός χαρακτήρας της πολιτικο-κοινωνικής πραγματικότητας) και η κανονιστικότητα (Normativität), δηλ. το αξιακό σύστημα, το οποίο καθοδηγεί τις φιλοσοφικές έρευνες. Για την εποχή της (δηλαδή για τον εικοστό αιώνα) η ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ λειτούργησε ως η συνείδηση της πολιτικο-κοινωνικής πραγματικότητας. Ταυτόχρονα έθεσε τις πραγματολογικές βάσεις για τον εξορθολογισμό της κοινωνίας και τον εκδημοκρατισμό της πολιτικής. Λειτούργησε τελικά απελευθερωτικά και χειραφετητικά για τον ίδιο τον άνθρωπο και τον κόσμο γενικότερα.

ΙΙ. ΜΕΤΑΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ:

Η μετακριτική, η οποία ασκείται στην ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ είναι αφ’ ενός μεν εσωτερική (δηλαδή από τους ίδιους τους στοχαστές της) και αφ’ ετέρου εξωτερική (πρωτίστως από τους επιγόνους όπως π.χ. είναι ο Jürgen Habermas, o Axel Honneth, o Richard Rorty κ.α.). Το πρόγραμμα της εσωτερικής μετακριτικής κατέληξε στο πολιτικο-θεωρητικό συμπέρασμα, σύμφωνα με το οποίο η «πρώτη αρχή» συγκροτήσεως του ανθρώπινου κόσμου είναι η «διαλεκτική του διαφωτισμού» (βλ. το σχετικό βιβλίο των Max Horkheimer και Theodor W. Adorno). Αυτό σημαίνει, ότι η ορθολογικότητα στο βαθμό που απαρνείται τα συγκροτησιακά κανονιστικά περιεχόμενά της μετατρέπεται σε εργαλειακή υπόθεση με αποτέλεσμα να καταστρέφεται η ανθρώπινη κοινωνία.

Όσον αφορά στην εξωτερική μετακριτική από τους επιγόνους, αξίζει να σημειωθεί, ότι το μετακριτικό στοιχείο σ’ αυτή την περίπτωση εντοπίζεται στο «κανονιστικό έλλειμμα» που χαρακτηρίζει την κλασική ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ. Η φιλοσοφία του Jürgen Habermas περί επικοινωνίας, η θεωρία του Axel Honneth για την αναγνώριση και η φιλοσοφία του Richard Rorty για την αλληλεγγύη είναι θεωρητικές «κατασκευές», οι οποίες διορθώνουν το «κανονιστικό λάθος» της κλασσικής ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ, στο βαθμό που παραδέχονται, ότι το ίδιο το αντικείμενο επιφορτίζεται με ένα κανονιστικό φορτίο το οποίο δεν μπορεί να διαχειρισθεί.

ΙΙΙ. ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ:

Η θεωρητικο-πολιτική πρότασή μου για την επαναθεμελίωση της ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ σήμερα, αναπτύσσεται σε τρία σημεία (σε τρία επίπεδα): πρώτον, σύμφωνα με την επιστημολογική δέσμευση της ίδιας της ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ο τύπος σκέψης, τον οποίο αντιπροσωπεύει δεν καθίσταται αντικείμενο φιλοσοφικής ιστοριογραφίας. Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ γράφεται και ξαναγράφεται στις εκάστοτε ιστορικο-πολιτικές συνθήκες. Δεύτερον, η διεθνής σύγχρονη φιλοσοφική κοινότητα επωμίζεται το θεωρητικό έργο να ξαναγράψει την ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ, αφού έχουμε δεχθεί, ότι και οι κανονιστικοί όροι «κατασκευής» της είναι παρωχημένοι και οι ιστορικο-πραγματολογικές συνθήκες ανάδυσής της αποτελούν ιστορικό παρελθόν.

Το τρίτο σημείο (επίπεδο) σχετικά με την ανασυγκρότηση της ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ έχει να κάνει με τα νέα φιλοσοφικά αντικείμενα της εποχής μας. Και αυτά είναι η τεχνητή νοημοσύνη, η καταστροφή της φύσης και η «κατασκευή του εαυτού» σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Η εμφάνιση των νέων αυτών φιλοσοφικών αντικειμένων θέτουν επί τάπητος το μείζον πρόβλημα της χρησιμότητας της φιλοσοφίας, αλλά και της πολιτικο-κοινωνικής λειτουργίας της.

Ως συμπέρασμα των σκέψεών μου μπορεί να διατυπωθεί η εξής πρόταση: Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ως τύπος σκέψης που υποστασιοποιεί το πρόταγμα: «ταυτόν εστί νοείν τε και είναι» επιβάλλεται να επαναθεμελιωθεί στην εποχή της ύστερης νεωτερικότητας. Αυτό τελικά είναι το μείζον φιλοσοφικό και το κατεξοχήν πολιτικο-κοινωνικό πρόβλημα της εποχής μας.

* Ο Θεόδωρος Γεωργίου είναι καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας
στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.

 

 

Προτεινόμενο Video

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 125 guests και κανένα μέλος