Για τη γυναίκα και την καθιερωμένη γιορτή της, τις τελευταίες μέρες πολλά έχουν ειπωθεί και περισσότερα ακουστεί.

¨Ετσι μάθαμε για τη γυναίκα στην επιστήμη, στη λογοτεχνία, στις καλές τέχνες στην πολιτική, στον αθλητισμό, στην   φιλανθρωπία πλην ενίοτε πολλά υποκρυπτομένη και γενικότερα στην   όποια προσπάθεια μιας χειραφέτησης που κατέβαλε και καταβάλλει και η οποία φέρνει συνάμα σαν επακόλουθο και την ικανοποίηση της προβολής και της από σκοπού δημοσιότητας.

Ακούσαμε ακόμα να ιστορούνται οι προκλητικές “σοφιστικέ” ή όχι περίφημες εταίρες, χίλιες λέγεται πως ήταν στο επάγγελμα στην αρχαία Κόρινθο. Αλλά μιλήσανε και καμαρώσανε για τα σύγχρονα απελευθερωμένα “σάρκινα αγαλματίδια”, εκείνων των ανορεξικών και νευρωσικών καλλονών, που με το πρόσχημα μιας κακώς εννοουμένης της χειραφέτησης μοντελλίζονται κρεμασμένες στα “χασάπικα” της αγοραίας κατανάλωσης.

Παντού η εφήμερη προβολή και η υποταγή στο φαίνεσθαι και από την άλλη μεριά η ως εκ τάφου σιωπή, για την αγωνιζόμενη στο περιθώριο του ταξικού ενδιαφέροντος, μάνα, σύζυγο ή και χήρα, για τις σκάλες που από ροζιασμένα χέρια καθαρίζονται για ένα φτηνό μεροκάματο.

Η αλήθεια είναι, πως κάτι ειπώθηκε έστω και δειλά, για εκείνες τις “άξεστες” χωριάτισσες, τις ανώνυμες γυναίκες της Πίνδου, που σταθήκανε ηρωικά δίπλα στα μαχόμενα παιδιά, στο ‘40. Και βέβαια καθόλου για τις πάλι ανώνυμες γυναίκες των μετώπισθεν, που ολημερίς και ολονυχτίς, πλέκανε κάλτσες για τα παγωμένα ποδάρια του άγνωστου στρατιώτη. Ούτε ακόμη για τις μανάδες και τις γυναίκες που σιγομουρμουριστά προσεύχονταν στα εικονίσματα για την επιστροφή των καλών τους ή και των αγαπημένων τους παιδιών και που η πατρίδα ενίοτε τους τα ‘στελνε πίσω σε νεκροκρέβατο ή και σακατεμένα.

Ο αγώνας στην πορεία της γυναίκας δεν τέλειωσε και δεν τελειώνει και δεν ήταν και δεν είναι μόνο εργαλείο για χειραφέτηση, αλλά και γολγοθάς γεμάτος πικρία.

Πίκρα για την λακεδαιμόνισα Σταυριάνα τη Σάββαινα ήταν και η συμπεριφορά που έδειξε προς αυτήν η Πατρίδα, και που αυτή ποτέ δεν θέλησε να ξεστομίσει ούτε ένα παράπονο.

Στη θυσία της για την πατρίδα “Αυτή” που γράφεται με κεφαλαίο το άλφα, δεν είχε επενδύσει όπως κάνουν οι σημερινοί, για κάποια αναγνώριση.   Γι’ αυτήν την αγνή αγωνίστρια, κάτι τέτοιο θα ήταν κόλαφος.

Για το σημερινό μνημόσυνο γυρνάμε πίσω στην ιστορία μας.

Σάββα λέγανε τον άντρα της και από αυτόν πήρε το Σάββαινα, ρίχνοντας ακόμα και το πατρογονικό της όνομα στη λήθη. Κράτησε όμως το βαφτιστικό της Σταυριάνα και έγινε γνωστή στους συμπολεμιστές της, σαν Σταυριάνα Σάββαινα, η Λάκαινα.  

Η Σταυριάνα, όμορφη και έξυπνη είχε γεννηθεί στο χωριό Παρόρι του Μυστρά.

Μικρή ήταν όταν παντρεύτηκε, τον εύπορο πρόκριτο της Σπάρτης, τον Σάββα. Ο Σάββας ήταν μια ισχυρή αγωνιστική προσωπικότητα, και από ενωρίς μυημένος στο συνωμοτικό έργο της Φιλικής Εταιρίας.

Αλλά, όταν τις πρώτες ημέρες του Ξεσηκωμού, οι Τούρκοι από τα Μπαρμπουνοχώρια άρχισαν να υποχωρούν προς Τρίπολη, ο τουρκαλβανός αγάς της περιοχής Ρουμπή τον άρπαξε, τον έσυρε στον Μυστρά και εκεί τον απαγχόνισε.

Η Σάββαινα μόνη της τώρα, αποφασίζει να συνεχίσει τον αγώνα του άντρα της.

Αφήνει τα παιδιά της στην πεθερά, μαζεύει από τα γύρω χωριά τις γυναίκες τις χωριάτισσες και διαθέτοντας την μεγάλη δική της περιουσία, συγκροτεί και οργανώνει τον δικό της στρατό.

Κατεβαίνει στο Γύθειο και προσκολλάται στο σώμα του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, με τον οποίο ο άντρας της από παλιά διατηρούσε φιλικές σχέσεις.

Από τότε   μπροστάρισα και σαν άντρας πλέον, μάχεται   κοντά στον Μαυρομιχάλη, στην Τρίπολη, στο Βαλτέτσι, στα Τρίκορφα,   στον μεσσηνιακό Αλμυρόν, και στη Στερεά.

Από τον ιστορικό Ι. Φιλήμονα, διαβάζομε σχετικά για τη μάχη στο Βαλτέτσι: «Ουδείς των ανδρών εξήρχετο εξ ών είς έσχε συγκοινωνίας τινά αβλαβή. Αλλά πράγμα αξιοπερίεργον. Λάκαινα τις, Σταυριάνα ονομαζομένη, εθελόπονος ως συστρατιώτης υπό τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη και μετ’ αυτού συναποκλεισθείσα εν τω Βαλτετσίω, μόνη ετόλμα συνεχώς εξέρχεσθαι από του ενός εις τον άλλον προμαχώνα και διανέμει πυριτιδοβολάς, όπου η ανάγκη εκάλει.

Ήν δε φύσεως ανδρικής, μελανίζουσα, αναστήματος υψηλού, εξαισίας γενναιοψυχίας, βαδίζουσα ως ανήρ και ομιλούσα ως στρατιώτης. Αείποτε έφερε το γυναικείον Λακωνικόν όνομα και ηλικίαν μέχρι τότε 40 ετών».

Μετά την χαλάρωση ή και σίγαση του πολέμου, βλέποντας τις εμφύλιες των αρχηγών και των καπεταναίων διενέξεις, αηδίασε και απογοητευμένη πήγε στο Ναύπλιο, όπου και έκτοτε ζούσε σε ένα φτωχικό δωμάτιο ξεχασμένη και από όλους αγνοημένη, βιώνοντας πλέον τη δική της απομόνωση.

Από το “Σπαρτιατικόν Ημερολόγιον” του 1907, ο Μ. Λαμπρινίδης μάς δίνει περισσότερες πληροφορίες. «Κατά την πρώτην μετά την Ναυπλιακήν επανάστασιν δεκαετίαν, οι μαθητευόμενοι εις το κατά την πλατείαν των Τριών Ναυαρχών Γυμνάσιον Ναυπλίου, παρετήρουν μετά περιεργείας ουχί συνήθους, κατά πάσαν πρωίαν εξερχομένην εκ της γείτονος οικίας Τσακασιάνου, γραίαν τινα, ρικνήν και κατεσκληκυίαν, πλέον ακέραιον διατηρούσαν έτι το ψυχικόν αυτής σφρίγος.

Η είσοδος της οικίας Τσακασιάνου παραπλεύρως της εισόδου του Γυμνασίου και αρκούντως ευρεία και επιμήκης, εχρησίμευεν εις τους μαθητάς αυτού κατά τα διαλείμματα των παραδόσεων, ως απόκρυφον καπνιστήριον, Φωμείον κατά την συνήθη παρ΄αυτοίς έκφρασιν.

Οι εν τη εισόδω ταύτης καταφεύγοντες όπως λάθρα καπνίσωσι μαθηταί, απέφευγον επιμελώς πλην των ομμάτων των Καθηγητών και την γείτονα κυρά – Σάββαινα, ήτις οσάκις συνετύγχανέ τινα επ’ αυτοφόρω καπνίζοντα, δεν εδίσταζεν να φέρη επι της ράχεώς του την οξώδη βακτηρίαν της.

Η εξ ενός μόνον ισογείου δωματίου κατοικία της κυρά -Σάββαινας είχε δύο παράθυρα προς την οδόν, δι ών ευκόλως ηδύνατό τις ανερχόμενος επι παρακειμένου λίθου της έναντι θύρας των σταύλων του Γερουσιαστού Γ. Μ.Αντωνοπούλου, να διακρίνη τα εν αυτώ.

Χαμηλή τις κλίνη απερίττως επιστρωμένη δια μαλλίνων στρατιωτικών σκεπασμάτων, κουβερτών εκ των κατασκευαζομένων άλλοτε επι της βασιλείας του Όθωνος, υπό των εν εν Παλλαμηδίω κατοίκων, μικρά τράπεζα και δυό η τρείς ξύλινοι σκίμποδες, ήσαν τα μόνα έπιπλα της μυστηριώδους κατοικίας της κυρά –Σάββαινας.

Υπεράνω της πενιχράς ταύτης κλίνης, παρετήρει τις παραδόξως ανηρτημένα επι του τοίχου, στίλβοντα διάφορα όπλα εκ των του αγώνος, και εν τη μέση αυτών γυμνήν σπάθην τεθλασμενην έχουσα την λεπίδα.

Έτσι ζούσε η ηρωίς Σάββαινα εις το Ναύπλιον, όπως και τόσοι άλλοι αγωνισταί. Ήταν η εποχή όμως, ότε ο Κολοκοτρώνης εδικάζετο, οι αγωνισταί εδιώκοντο και σφετερισταί των μόχθων και των θυσιών των, είχον αναλάβει την Διοίκησιν.»

Αλλά κάποτε το κράτος θέλησε να δώσει και κάποια ηθική ή και οικονομική υποστήριξη στους παραγκωνισμένους αγωνιστές και τους ζήτησε να υποβάλλουν τα χαρτιά τους.

Τότε έσπευσε και η φτωχή πλέον Σάββαινα με το δικό της αίτημα στην “εν Άργει Γενικήν Συνέλευσιν”, και από το οποίο σταχυολογώ επιλεκτικά: «Κύριοι Πληρεξούσιοι … Είμαι γυναίκα χήρα, έχω και ανήλικα ορφανά… Τούτο δεν με εμπόδισεν εις την αρχήν του ιερού πολέμου να πιάσω τα όπλα… εστάθηκα πρώτον εις τας εκστρατείας του αοιδίμου Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, έπειτα δε και άλλων αρχηγών εις διάφορα μέρη οίον εις τον Εύριπον, την Στερεάν Ελλάδα, εις το Βαλτέτσι, εις τα Τρίκορφα, εις τον Αλμυρόν»

...Πόσον εκοπίασα εις το διάστημα του ιερού αγώνος, μαρτυρούν για υποστήριξη ο ίδιος ο Κυριακούλης και ο στρατηγός Διονύσιος Μπούρτσινος και άλλοι διάφοροι … και αν το στοχάζεσθε δίκαιον και πρέπον, να λάβετε περί εμού πρόνοιαν κ.τ.λ.»  

Η απάντηση υπήρξε θετική. Της δόθηκε κάποια βοήθεια, αλλά προσέξτε από το προσωπικό ταμείο του Καποδίστρια και όχι από το κράτος και τα δυό ορφανά της μερίμνη του τα έβαλε στο ορφανοτροφείο.

Πλην όμως αργότερα επί Όθωνα, οι Βαυαροί της έκοψαν την χορηγία. Και από τότε η Σάββαινα, αυτή που έδωσε τα πάντα για την Ελλάδα, και τα παιδιά πίσω την κορόιδευαν, που δίπλα στο φτωχικό της δωμάτιο βρωμούσαν πάντοτε οι σταύλοι και όχι μόνο, του Γερουσιαστή.  

Η Σάββαινα η Λάκαινα, για να μπορέσει να ζήσει ξενοδούλευε αλλά και άπλωνε το χέρι της για βοήθεια στους άλλους αγωνιστές.

Το ωραίο πάντως είναι στην αφήγησή μας, πως τελικά η Σάββαινα ξαναπαντρεύτηκε.

Ο δεύτερος άντρας της όμως την ξυλοφόρτωνε. Και αυτή στωικά, πάντοτε προσευχόταν μην τυχόν και πεθάνει και ο τρίτος της βγει ακόμη χειρότερος.

Αυτά λοιπόν για σήμερα.

Προτεινόμενο Video

Επισκέπτες σε σύνδεση

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 272 επισκέπτες και κανένα μέλος