|
Μιά πέργολα σαν κληματαριά απλωμένη, φυλλοσκέπαστη κι ευλογημένα βαθύσκιωτη τα καλοκαίρια, από δυό μουριές καμωμένη, χαρά Θεού κι ανθρώπων ήταν.
Με χρόνων υπομονή κι αγάπη την είχε καλοπιάσει ο Λάμπρος και μ’ εκείνο το μεράκι το ηπειρώτικο, που μερεύει τ’ άγρια κι αξιώνεται να δίνει στ’ άψυχα ψυχή. Και κάτω από την πέργολα τη δροσάτη ξαπόσταιναν οι περαστικοί κι ο μόνος ήλιος που επιτρεπόταν να περνά, ήταν της Βίκυς το χαμόγελο που τρατάριζε τους επισκέπτες.
Έφυγαν από τη Βουλιαγμένη η Βίκυ κι ο Λάμπρος κι ερήμωσεν η νοικοκυρεμένη όαση που είχε με τόσους κόπους στολίσει η ευγένεια και η αξιοσύνη τους. Απλώθηκε κάτω από τις μουριές η ίδια ερήμωση που καλπάζει ασυγκράτητη απ’ άκρη σ’ άκρη της Ελλάδας. Εκείνη η ίδια ερημιά που πάντα ξεκινά από τα έρμα μυαλά και τις στέρφες ψυχές κάποιων, που ετάχθησαν διά της ψήφου ημών των άλλων για να παίρνουν αποφάσεις. Αποφάσεις που δεν μετράει τόσο νά ‘ναι «σύννομες», αλλά κυρίως έξυπνες, γενναιόψυχες και δίκαιες.
Κι επειδή σε καιρούς κατάπτωσης, πρώτα πέφτει η ψυχή κι ύστερα όλα τ’ άλλα, βρίσκει τους δρόμους ανοιχτούς κι αφύλαχτους, ν’ αλωνίζει ασυμμάζευτη πλάϊ στην κακότητα και η κακογουστιά. Βρέθηκε άνθρωπος κι έδωσε εντολή όλη εκείνη η ευλογημένη απλωσιά -που τόσους χρόνους και κόπους χρειάστηκε- να σφαχτεί με το πριόνι και ν’ απομείνουν δυό κούτσουρα θλιβερά οι άλλοτε πανέμορφες μουριές. Το απίστευτο είναι ότι πρόκειται για ένα παιδί από κείνα που τα λέμε «καλά παιδιά» και το εννοούμε με την καρδιά μας. Όταν μου είπε ότι εκείνος έδωσε την καταστροφική εντολή, ένοιωσα σαν να μου ρίξανε γροθιά στο στομάχι. Ακόμα δεν μπορώ να το χωνέψω, επειδή γνωρίζω ότι έχει καλό γούστο.
Το επιχείρημα ότι «έτσι κλαδεύονται οι μουριές», ίσως ευσταθεί για τις μουριές «του δρόμου» και «του πεζοδρομίου». Εκείνες οι δυό στο δημοτικό αναψυκτήριο της Βουλιαγμένης ήταν σπιτικές. Αρχοντικές.
Ίσως, τελικά, τα ρινίσματα μετάλλων και τα χημικά που μας ψεκάζουν εκείνα τα μυστήρια αεροπλανάκια συχνά-πυκνά, να μη «χρησιμεύουν» μόνο σε πειράματα ελέγχου του κλίματος, αλλά και να επιτίθενται ύπουλα στον ψυχισμό μας και στην ευκρισία μας. Έτσι που να βλέπεις τον Γιωργάκη στην τηλεόραση και να λες: «Τι καλός πατριώτης που είναι! Κοίτα τον πως αγωνίζεται για τη σωτηρία της Ελλάδας!».
Αμ οι άλλοι, οι της εντολής «εκτελεστές» Ταλιμπάν, πως πήγε το χέρι τους; Τι θα πουν; Ότι υπάκουσαν σε εντολές υπηρεσιακού προϊσταμένου; Αύριο-μεθαύριο μπορεί να μας διατάξουν να κάνουμε κι άλλα διάφορα. Θα τα κάνουμε; Ότι κι αν μας διατάξουν; Κι είναι τόσο σπάνια η ομορφιά, ειδικά σε τούτη την βρωμο-εποχή που ζούμε. Κρίμα, κρίμα, κρίμα! |