|
Άκουγα πρόσφατα στο ραδιόφωνο της Πειραϊκής Εκκλησίας ένα από τα πιό αγαπημένα μου τραγούδια. Ένα νησιώτικο μοιρολόϊ, το «Τζιβαέρι μου»,* με έντονο το άρωμα της Μικρασίας. ...«Αχ η ξενιτιά το χαίρεται, τζιβαέρι μου, το μοσχολούλουδό μου ...». Πόσο ωραίοι Έλληνες ήρθαν τότε στην Ελλάδα με τον Ξεριζωμό της Ιωνίας και μας μπόλιασαν με το μύρο της ψυχής τους τ’ αστέρευτο! ...«Αχ ανάθεμά σε ξενιτιά, τζιβαέρι μου, εσύ και το καλό σου. Που πήρες το παιδάκι μου, τζιβαέρι μου, και τό ‘κανες δικό σου ...Σιγανά, σιγανά , σιγανά πατώ στη γη». Πόσο ωραίοι Έλληνες! Ακόμα και η πίκρα τους γλύκα ήταν. Αυτόν τον τωρινό ξενιτεμό του αύριο της Πατρίδας, αυτή την εθνική αιμορραγία, πρέπει να τη σταματήσουμε, πριν σκοτώσει την Ελλάδα. Να σταματήσουμε εκείνους που συνειδητά διώχνουν τους νέους μας στην ξενιτιά και υλοποιούν την έμπνευση Κίσσινγκερ για μιάν Ελλάδα δίχως Έλληνες. Αλλ’ όπως λέει ο λαός μας «άμα δεν σπάσεις αυγά, ομελέτα δεν γίνεται». Όπου γράφει «αυγά», γράψτε «κεφάλια». Έτσι κι αλλιώς την ομελέτα δεν πρόκειται να τη γλυτώσουμε. Τουλάχιστον να κρατάμε εμείς το τηγάνι ...
Τότε που ακόμα ο «εκσυγχρονισμός» μάς καρτερούσε πολύ μακριά μπροστά μας, ένας ακούραστος Έλληνας Δάσκαλος μάς πήγε μιά μέρα στο Μουσείο Μπενάκη. Την άλλη μέρα στην τάξη, μάς εξήγησε γιατί απ’ όλα του Γένους τα κειμήλια που φυλάσσονταν εκεί, πήγε και στάθηκε μπροστά στο σπαθί, ενός όχι και τόσο γνωστού αγωνιστή της Εθνεγερσίας, του κλέφτη Κοντογιάννη. Έν’ απλό σπαθί ήταν, δίχως πλουμίδια κι ασημομαλάματα. Αλλά στη λαβή του έγραφε κάτι κι εκεί στάθηκε ο Δάσκαλος και μας μίλησε: Όποιος τυράννους δεν μισεί και λεύτερος στον κόσμο ζει δόξα, τιμή, ζωή του ‘ναι μόνο το σπαθί του. Απλό είναι, νομίζω. Απλό και απόλυτο. Για να μη μισείς τυράννους, πρέπει να ζεις λεύτερος. Κι αυτή τη λευτεριά δεν πρόκειται να στη χαρίσει το μεροδούλι-μεροφάϊ, η τηλεόραση, το λάπτοπ, το σινιέ και το κάμπριο. Ούτε οι εκλογές πρόκειται να στη χαρίσουν.
Σε μιά φτωχική κάμαρα στο Μεταξουργείο, μιά Κρητικοπούλα από το Μύρτος Ιεράπετρας διάβαζε και ξαναδιάβαζε ένα γράμμα που τέλειωνε μ’ αυτά τα λόγια: ...Αγαπημένη μου Κατερίνα Αν δώσει ο Θεός και γυρίσω, θέλω να μπορώ να σε κοιτώ στα γλυκά σου τα ματάκια που λατρεύω. Προσευχηθείτε εσείς εκεί για μας, να μας αξιώσει ο Θεός να ελευθερώσουμε όλη την Μακεδονία μας και την Ήπειρό μας. Για να μπορώ κι εγώ, αν τύχει και γυρίσω, να σε κοιτώ στα μάτια. Δώσε σε παρακαλώ στην μητέρα μου και στον πατέρα μου πολλά φιλιά από εμένα και πες τους ότι στην Καστοριά και στο χωριουδάκι τους το Σιστέβο** κυματίζει η ελληνική σημαία. Όποτε ξαποσταίνουμε βγάζω την φωτογραφία σου, την φιλώ και σου μιλώ. Κατερίνα μου, προσευχήσου να γυρίσουμε νικητές. Σ’ αγαπώ Γρηγόρης (Επίλογος σε γράμμα του πολεμιστή των Βαλκανικών Πολέμων Γρηγόρη Κων. Ρώντα στη γυναίκα του).
Στο γερμανικό νεκροταφείο πεσόντων στο Μάλεμε, ο μεσόκοπος Γερμανός επισκέπτης άφηνε λίγα λουλούδια στον τάφο του πατέρα του. Λίγο παρέκει, μιά μαυροφορεμένη γριούλα άναβε τα καντήλια στους τάφους των Γερμανών αλεξιπτωτιστών. Την πλησίασε ο ξένος και με τα λίγα ελληνικά που γνώριζε, τη ρώτησε: - Μα γιατί; Ήταν εχθροί. Ήρθαν να σας σκλαβώσουν ... - Παιδιά ήταν κι αυτά. Κάποια μάνα τα περίμενε... του απάντησε η μαυροφορεμένη Κρητικιά. Πιθανότατα μιά από εκείνες που κάρφωναν με τα δικράνια τους Γερμανούς ουρανοκατέβατους στη Μάχη της Κρήτης.
«Δεν τα έχουμε ακόμα καταφέρει με την Ελλάδα», δήλωσε πρόσφατα η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ. Κι ούτε πρόκειται να τα καταφέρετε, μάϊνε φράου. «Κλείσαν οι στράτες του Μωριά», τραγουδούσε η δημοτική μας μούσα τη νίλα του Δράμαλη στα Δερβενάκια. Θα ξανακλείσουν κάποια στιγμή. Αυτό ας τό ‘χουν σε μιάν άκρη της κεφάλας τους, όσοι πιστεύουν ότι θα τους σώσουν αεροπλάνα και βαπόρια. Πόσους θα σώσουν; Άϊντε να δω τότε κάτι τσαμπουκαλήδες που απειλούν ότι θα γίνει «μακελειό» έτσι και η ελληνική δικαιοσύνη παραπέμψει τον Γιωργάκη και τα συνεταιράκια του, για μεθοδευμένη υπαγωγή της Ελλάδας στο Μνημόνιο και για άλλα ...κι άλλα ...κι άλλα.
Πάντως τότε που είχαν κλείσει οι στράτες του Μωριά, είναι αξιοσημείωτο το ότι δεν βρέθηκε ούτε ένας απείθαρχος να χαλάσει την αριστοτεχνική παγίδα του Κολοκοτρώνη. Σπάνια σύμπνοια για τα ελληνικά δεδομένα. Σπάνιος και εκείνος που την ενέπνεε. Και μετά τη μάχη, εκεί που ξαπόσταινε ο Νικηταράς –τρία του σπαθιά είχε σπάσει- τον πλησίασαν τα πρωτοπαλλήκαρά του και τού πρόσφεραν από τα λάφυρα δυό μαλαμοκαπνισμένες μπιστόλες. Τις κοίταξε με θαυμασμό ο Τουρκοφάγος, αλλά αρνήθηκε να τις δεχτεί. - Ευχαριστώ ρε παιδιά, αλλά κρατήστε τες για το ταμείο του Αγώνα. Οι δικές μου οι παλιομπιστόλες κάνουν μιά χαρά τη δουλειά τους. Που θα πάει, Νικήτα Σταματελόπουλε, στρατηγέ μου; Δεν θα βρεθεί ένας Βερέμης, ένας Μαμαλάκης, ένας Τατσόπουλος, να σε κατηγορήσει κι εσένα ότι θησαύρισες απ’ τον Αγώνα; Δεν είχατε τότε ασφάλιστρα κινδύνου ελληνικών ομολόγων; Αλλ’ ούτε κάποιον προφήτη είχατε να σας προβλέψει πόσο φτηνά θα πουλούσαν κάποτε οι διάφοροι Γιωργάκηδες, την Ελλάδα που λευτερώσατε με το αίμα σας. Κι από πάνω απειλούν με «μακελειό», έτσι λέει και τους ακουμπήσει κανείς. Αλήθεια, με τι θα το κάνετε το ...«μακελειό» κύριε Λοβέρδο μας; Με λουκουμόσκονη; ...σκληρέ άντρα!
―――――― *«τζιβαέρι μου» σημαίνει «θησαυρέ μου». ** σημερινό Σιδεροχώρι, στους πρόποδες του Βιτσίου. Το λένε και «μπαλκόνι της λίμνης», για την πανοραμική θέα του στη λίμνη της Καστοριάς. |