|
«Τότε σηκώθηκε o Κάλχας ο Θεστορίδης, ο πιο βαθύτερος από τους προφήτες όλους, αυτός που κατείχε όλα τα τωρινά, τα στερνά και τα περασμένα….» (Ιλιάδα Ραψ Α΄68-70.
Ο Κάλχας, γιός του Θέστορος από τις Μυκήνες (ή τα Μέγαρα), έχει συνδέσει το όνομά του με τον Τρωϊκό πόλεμο και τις ηρωϊκές μορφές του. Τη μαντοσύνη του την είχε πάρει από τον Απόλλωνα καθώς εθεωρείτο απόγονός του. Παρατηρεί και διαβάζει από το πέταγμα των πουλιών, δηλαδή οιωνοσκοπεί και προφητεύει. Με γερή τη μνήμη του παρελθόντος, κρίνει το παρόν και προβλέπει για το μέλλον. Τις προφητείες του τις εκστομίζει σε μέτρο ποιητικό, στο δακτυλικό εξάμετρο. Φέρει το στίγμα του μάντη των κακών. Τα λόγια του αναστατώνουν συνειδήσεις και στρατούς. Αλλά αυτά του τα λόγια γίνονται από όλους πιστευτά. Έτσι λοιπόν ο Κάλχας όταν είπε πως για να έχει επιτυχία η εκστρατεία εναντίον της Τροίας, απαραίτητη ήταν η συμμετοχή του Αχιλλέα, αμέσως έγινε πιστευτός. Τον Αχιλλέα όμως, τον είχε κρυμμένο η μητέρα του η Θέτιδα στη Σκύρο κάτω από ρούχα γυναικεία, γιατί πάλι ο Κάλχας παλιότερα είχε προφητεύσει ότι ο Αχιλλέας θα σκοτωθεί σε πόλεμο. Γι’ αυτό η Θέτιδα για να τον προφυλάξει τον κρατούσε μεταμφιεσμένο σε κορίτσι ανάμεσα σε κορίτσια. Τελικά ο Οδυσσέας με πονηριά τον αποκάλυψε και τον έσυρε στον πόλεμο της Τροίας. Τα πλοία των Ελλήνων ναυλοχούν στην Αυλίδα, έτοιμα να ξεκινήσουν. Το πρόσχημα είναι να ξεπλύνουν την προσβολή του Πάρι που είχε απαγάγει τη γυναίκα του Μενέλαου, του βασιλιά της Σπάρτης, την ωραία Ελένη. Λέγω το πρόσχημα, γιατί και εδώ όπως σε όλους τους πολέμους, η αφορμή αποκρύπτει τον σκοπό. Ευνοϊκός άνεμος για τον απόπλου δεν πνέει. Ο Κάλχας αποφαίνεται πως ο λόγος είναι η οργή της Αρτέμιδος και η αιτία ο Αγαμέμνονας, που είχε σκοτώσει το ιερό ελάφι της. Και το φοβερό στόμα του μάντη συμπληρώνει: «Για να εξιλεωθείς και να φυσήξει ούριος άνεμος, πρέπει να θυσιάσεις την Ιφιγένεια• ναι το παιδί σου». Την ώρα της τελετουργίας παρουσιάζεται και θεϊκό σημάδι. Ένα φίδι ανεβαίνει στον βωμό. Από εκεί σκαρφαλώνει στο διπλανό πλατάνι. Εκεί σε μια μικρή φωλιά, μια μάνα και οκτώ σπουργίτια βρίσκουν τη ζεστασιά τους. Το φίδι τα καταβροχθίζει όλα και αμέσως πετρώνει. Σιωπή απλώνεται στους γύρω. Και ο Κάλχας αποφαίνεται: «Το σημάδι είναι προφητικό. Η Τροία θα πέσει μετά τον 9ο χρόνο της πολιορκίας». Ο μάντης όμως δεν σταματά εδώ. Τα έχει βάλει για καλά με τον Αγαμέμνονα. Αργότερα όταν πέφτει θανατηφόρος επιδημία στο στρατόπεδο των Ελλήνων που πολιορκούσαν την Τροία, κατηγορεί τον αρχηγό βασιλιά, ότι η αιτία του κακού είναι η απρεπής στάση του απέναντι στον ιερέα του Απόλλωνα Χρύση. Τον κατηγορεί, ότι όχι μόνο άρπαξε την κόρη του Χρυσηίδα ως λάφυρο, αλλά και τον απέπεμψε σκληρά, όταν εκείνος με κλάματα του είχε ζητήσει να τον λυπηθεί, πληρώνοντας λύτρα. Τότε ο Αγαμέμνων δεν κρατιέται και ξεσπά: «Μάντι κακών ου πω ποτέ το κρήγυον είπας», δηλαδή, εσύ μάντη των κακών μηνυμάτων, ποτέ δεν μου είπες ένα πρόσχαρο λόγο. Για να εξιλεωθεί λοιπόν και να σταματήσει το κακό ο Αγαμέμνων, υποχρεώνεται εκ των πραγμάτων να επιστρέψει την Χρυσηίδα χωρίς λύτρα στον πατέρα της, αλλά συγχρόνως απαιτεί αντ΄αυτής να πάρει για δικό του το λάφυρο του Αχιλλέα, την Βρισηίδα – άλλη θλιβερή ιστορία και αυτή. Και έτσι αρχίζει η γνωστή “μήνις” και το ελληνικότατο μεταξύ αρχηγών αλληλοφάγωμα. Και η αεί και πάντοτε κακοτυχία των Ελλήνων. Κοντά στα δέκα χρόνια οι Ελληνες πολιορκούσαν την Τροία, χωρίς αποτέλεσμα. «Επιτέλους. Κουραστήκαμε πιά. Καιρός να γυρίσομε πίσω», φώναζε ο στρατός. Αυτό το “οίκαδε” σαν κάτι το μεταγενέστερο μου θυμίζει. Αλλά ο Οδυσσέας: «Κρατηθείτε λίγο ακόμα. Θυμηθείτε πως ο Κάλχας είχε μιλήσει, ότι στα δέκα χρόνια θα πέσει η πόλη. Να δούμε επιτέλους πόσο σωστός είναι». (Τλήτε φίλοι και μείνατε επί χρόνον όφρα δαώμεν ή ετεόν Κάλχας μαντεύεται ήε ή ουκί). Ιλιάδα Β. 299-300. «Ναι, ξανάπε ο Κάλχας, αλλά η Τροία θα πέσει, μόνο αν έχομε και τα όπλα του Ηρακλή που τώρα τα έχει ο Φιλοκτήτης». Τον Φιλοκτήτη ήρωα των Αχαιών, διάσημο τοξότη που είχε κληρονομήσει τα όπλα τόξα και βέλη του Ηρακλή, τον είχε δαγκάσει ένα φίδι στον πηγαιμό για την Τροία. Η πληγή κακοφόρμισε, βρωμούσε, ο Φιλοκτήτης κραύγαζε από τους πόνους και οι Έλληνες για να απαλλαγούν από αυτόν, τον είχαν εγκαταλείψει στη Λήμνο εδώ και δέκα χρόνια. Τώρα ο Οδυσσέας μαζί με τον Νεοπτόλεμο, τον γιό του Αχιλλέα, πηγαίνουν στη Λήμνο, οργανώνουν σχέδιο εξαπάτησης και καθώς ο Φιλοκτήτης είναι πεσμένος σε λήθαργο, του αρπάζουν τόξα και βέλη. Περισσότερα μαθαίνομε στη βραβευμένη τραγωδία του Σοφοκλή “Φιλοκτήτης”. Αυτά περί της ηθικής του πολέμου και ειδικά της Τροίας, γιατί αυτός ο πόλεμος κρύβει πολύ παρασκήνιο, αλλά δεν είναι του παρόντος. Με τα όπλα του Φιλοκτήτη και με την κατασκευή του Δουρείου Ίππου, κατόπιν προτροπής του Τρωαδίτη μάντη Έλενου, γιού του Πριάμου που υποστήριζε(;)* τώρα τους Ελληνες, καθώς είχε έλθει σε ρήξη με τον πατέρα του, η πόλη πέφτει στα χέρια των Ελλήνων. Άλλοι πάλι λένε πως η ιδέα του κούφιου ξύλινου αλόγου, ανήκει στον μάντη Κάλχαντα, καθώς και αυτός είχε κρυφτεί μέσα του, σαν πολεμιστής. Πέφτει λοιπόν η Τροία. Ο Κάλχας δεν θέλει να γυρίσει μαζί με όλους τους άλλους, γιατί προβλέπει τις δυσκολίες της επιστροφής, λόγω θυμού της Αθηνάς(;). Γυρίζει με ξεχωριστό πλοίο, το οποίο όμως βουλιάζει, αλλά βγαίνει σώος στα μικρασιατικά παράλια, όπου και κατά την παράδοση τον βρίσκει αργότερα ο θάνατος. Τρεις εκδοχές του θανάτου του υπάρχουν. Κατά την πρώτη αυτοκτόνησε, όταν απέτυχε σε ένα διαγωνισμό προφητείας με τον μάντη Μόψο από την Κολοφώνα, που ήταν και εγγονός του μάντη Τειρεσία. Ο Μόψος είχε μαντέψει σωστά, πόσα σύκα είχε μια συκιά, ενώ ο Κάλχας απέτυχε να βρει πόσα γουρουνάκια είχε μια γουρουνίτσα στην κοιλιά της. Κατά μια άλλη εκδοχή αυτοκτόνησε, όταν απέτυχε να συμβουλεύσει σωστά τον βασιλιά της Λυκίας σε μια εκστρατεία του, η οποία τελικά απέβη καταστροφική. Κατά μία τρίτη εκδοχή πέθανε από το πολύ γέλιο με την κούπα στο στόμα, ενώ ετοιμαζόταν να πιεί κρασί από το αμπέλι του, καθώς θυμόταν ειρωνικά την προφητεία ενός άσημου τοπικού μάντη, που του είχε πει πως «το κρασί από αυτό το αμπέλι δεν θα προλάβεις να το δοκιμάσεις». Τελικά πάντως ο μάντης Κάλχας στην επική παράδοση παρουσιάζεται σαν πολεμικός σύμβουλος με πολύ ισχυρή προσωπικότητα. Το δυστύχημα όμως είναι ότι δεν ζει στις μέρες μας, γιατί σαν μάντης κακών πολλά θα είχε να μας προφητεύσει. γιάννης κορναράκης του μάνθου
* Έλενος: Γενναίος πολεμιστής, και γιός του Πριάμου και της Εκάβης. Επειδή ήταν και αλάθητος μάντης κατά προτροπή του Κάλχαντα είχε συλληφθεί από τους Έλληνες με σκοπό να του αποσπάσουν πληροφορίες για τον τρόπο που μπορεί να κατακτηθεί η Τροία. Πως μπορούν τώρα να αποσπασθούν τόσο απλά τέτοιες πληροφορίες από ένα γενναίο πολεμιστή αφήνεται στη δική σας κρίση. Εκτός αν γίνεται πιστευτό ότι η οικογενειακή ρήξη με τον πατέρα του, τον έφτασε στο σημείο να προδώσει εθελοντικά την πατρίδα του.
Βοηθήματα 1) Ομήρου “Ιλιάς”, Εκδ. Γεωργιάδη 2) Λεξικό του Αρχαίου Κόσμου. Εκδ. Δομή 3) Εγκυκλ. Πάπυρος- Λαρούς –Μπριτάννικα 4) “Μάντεις και Μαντική”, Ιστορικά Ελευθεροτυπίας. τευχ. 304/2005. |