|
«Είπατε τω βασιλεί: Χαμαί πέσαι δαίδαλος αυλά, ουκέτι Φοίβος έχει καλύβην, ουδέ μάντιδα δάφνην, Απέσβετο και λάλον ύδωρ ου παγάν λαλέουσα».
Χρησμος-απαντηση που δόθηκε στον αυτοκράτορα Ιουλιανό τον Παραβάτη. (Σε ελεύθερη μετάφραση: Ο ναός του Φοίβου Απόλλωνα έχει καταρρεύσει και το μαντείο έχει χάσει την προφητική του δύναμη).
Σήμερα θα συνεχίσομε με το ιστορικό του Μαντείου των Δελφών, την ιέρειά του την Πυθία και λίγο από το τελετουργικό.
H αρχαία ελληνική θρησκεία δεν ήταν υποτεταγμένη σε καμιά θρησκευτική αρχή, πέραν από την τελετουργική παράδοση και προγονική πίστη. Θα έλεγα ακόμη πέραν από την εξωτερική όψη της θρησκείας και χωρίς καμιά προσπάθεια για κριτήριο που να δίνει σημεία αισθητής αρχής. Οι Δελφοί, όπως και τα άλλα μαντεία, με την ίδρυσή τους εκάλυψαν αυτό το κενό. Για τους Έλληνες η έννοια της θρησκευτικής αρχής, ήταν το άθροισμα των χαρακτηριστικών του θείου και της ιδιαιτερότητας του ιερού. Ήταν η φωνή του Δία, του πατέρα των θεών και των ανθρώπων, που ήταν μια πράξη δημιουργίας και θεμελίωσης όπως γράφεται στον Απολλώνειο Ύμνο*.
Να αναφερθούμε ότι ιστορικά, από τον 9ο αιώνα π.Χ. το Μαντείο των Δελφών λειτουργεί υπό την κηδεμονία των Λακεδαιμονίων. Τον 8ο αι. κάτω από τον έλεγχο της γειτονικής πόλης Κρίσσας, η οποία καθώς ήταν στο δρόμο από την Αράχωβα για τον Δελφικό ναό, επέβαλε διόδια στους περαστικούς. Τον 8ο - 6ο αιώνα παρουσιάζονται οι Κορίνθιοι, να πατρονάρουν και να εκμεταλλεύονται τον ναό και το μαντείο του. Το 590 π.Χ. βρίσκεται κάτω από την ένωση των γειτονικών πόλεων ήτοι Αμφικτιονία, και επειδή το ιστορικό αυτό χρονολόγιο μακραίνει θα το κλείσω με το 435 μ.Χ. με τον βυζαντινό Θεοδόσιο, που το κατήργησε. Προηγουμένως ό αυτοκράτορας Ιουλιανός, που ήθελε να επαναφέρει το Δωδεκάθεο, είχε πάρει και τον χρησμό που αναγράφεται στην αρχή: «Απέσβετο και λάλον ύδωρ».
Τη λειτουργία του Μαντείου τη διαχειρίζονταν άνδρες ιερείς, αλλά μόνο η ιέρεια Πυθία χρησμοδοτούσε.
Βρισκόμαστε στον 8ο π.Χ. αιώνα· τότε που Έλληνες φεύγουν από τις Πόλεις τους και ιδρύουν αποικίες. Πρώτα όμως ζητούσαν τη χρησμοδότηση του μαντείου για να μάθουν την έκβαση και το μέλλον στην προσπάθεια εποίκισης. Στις νέες πόλεις, εκτός του Ελλαδικού χώρου που ιδρύονται, οι άποικοι φέρνουν μαζί τους ήθη έθιμα αλλά και τους θεούς τους. Έτσι ολοκληρώνεται η ταύτιση και διατηρείται ο ομφάλιος λώρος προς την μητρόπολη. Και το μαντείο έχει βάλει “πλάτη” στο εγχείρημα. Ο Πλούταρχος μάς λέει ότι αρχικά το μαντείο χρησμοδοτούσε μόνο κάθε Ανοιξη. Καθώς όμως οι δουλειές γρήγορα ανοίχτηκαν, χρησμοδοτούσε κάθε μήνα και μετέπειτα κάθε εβδομάδα. Αργότερα πάλι, λόγω της πληθώρας των αιτούντων, η μια ιέρεια Πυθία δεν πρόφταινε και αυξήθηκαν σε δυό και μια εφεδρική. Το μαντείο κάθε μέρα όλο και αποθήκευε θησαυρούς, κάθε μέρα και γινόταν πλουσιότερο, αλλά και γνωστότερο.
Η Πυθία κατά τους πρώτους χρόνους ήταν νέα, ωραία· πάντοτε καλλίκορμη και ελκυστική. Ελκυστική, τόσο που κάποτε ο Θεσσαλός Εχεκράτης την ερωτεύτηκε, την απήγαγε και την διέφθειρε. Έκτοτε αποφασίστηκε, ιέρεια Πυθία να γίνεται μόνο γυναίκα πάνω από τα 50 της χρόνια, αλλά να φέρει συμβολικά “παρθενικην σκεύην”, δηλαδή να έχει ντύσιμο και κοσμήματα παρθένας.
Το τελετουργικό άρχιζε με τον εξαγνισμό των “θεοπομπών”, δηλαδή αυτών που ζητούσαν το χρησμό, με μπάνιο στα νερά της κοντινής Κασταλίας πηγής που βρισκόταν στο δρόμο πηγαίνοντας γι’ Αράχωβα. Και βέβαια αφού πρώτα είχε προηγηθεί η ποικίλη πληρωμή. Μετά, στο βωμό θυσίαζαν μια κατσίκα. Προηγουμένως όμως την είχαν ραντίσει με κρυστάλλινο νερό από την Κασταλία Πηγή. Τότε άν το ζώο έτρεμε, ο οιωνός για ευνοϊκό χρησμό ήταν δεδομένος. Ακολουθούσε ο ρόλος της Πυθίας. Αυτή πρώτα εξαγνιζόταν στα νερά της Κασταλίας (στο προηγούμενο άρθρο έκ παραδρομής έγραψα ότι τα νερά της Κασταλίας περνούσαν κάτω από το ναό. Κάτω από τον ναό ήταν τα νερά της Κασσοτίδος πηγής και όχι της Κασταλίας). Στον βωμό του ναού υπήρχε το “αθάνατο ιερό πύρ” και σε αυτό καιγόταν σαν θυμίαμα, κριθάρι και δάφνη, που γέμιζαν καπνό τον ιερό χώρο.
Οι πρώτοι ιερείς - που όπως είπαμε στο προηγούμενο άρθρο ήταν Κρήτες, - οδηγούσαν την ιέρεια δαφνοστεφανωμένη στο άδυτο του ναού στον επίχρυσο τρίποδα, ο οποίος ήταν στημένος επάνω από το χάσμα με τις αναθυμιάσεις, που έρχονταν από τα έγκατα της γης. (Χθόνια πνεύματα). Η Ιέρεια τώρα επάνω στον τρίποδα, αφού είχε πιεί νερό από την Κασσοτίδα πηγή, μασούσε φύλλα δάφνης και εκστασιαζόταν από τις αναθυμιάσεις, πέφτοντας σε ένα πρωτόγνωρο παραλήρημα. Γύρω ή κάπου εκεί πιο διπλανά, οι ιερείς και οι θεοπρόποι, ρουφούσαν μισοϋπνωτισμένοι και αυτοί, τα ακαταλαβίστικα διφορούμενα μηνύματα. Αυτό το διφορούμενο, κάποτε στοίχισε ολέθρια και ακριβά στο κύρος του μαντείου. Ήταν τότε που ο Κροίσος βασιλιάς πολεμούσε εναντίον του Πέρση Κύρου και είχε ζητήσει τη συμβουλή της Πυθίας. Και εκείνη του είχε απαντήσει «΄Αλυν- ποταμόν διαβάς μεγάλην αρχήν καταλύσει».
Όταν ο Κροίσος παρά τον ευνοϊκό γι’ αυτόν χρησμό νικήθηκε από τον Κύρο, διαμαρτυρήθηκε στο μαντείο. Και πήρε περίπου την απάντηση: «Ο χρησμός ήταν σωστός. Εσύ δεν κατάλαβες την διφορούμενη απάντηση που έλεγε ότι αν διαβείς τον ποταμό Άλυ, τότε θα καταστραφεί ένα μεγάλο βασίλειο, αλλά δεν έλεγε ποιο». Και ο Λουκιανός στο βιβλίο του «Περί Θεών διάλογοι» ρίχνει τη χολή του στο μαντείο: «εξαπατά τους χρωμένους αυτώ λοξά και επαμφοτερίζοντα», δηλαδή το μαντείο εξαπατά γιατί με τους χρησμούς που δίνει, καλύπτει κα τις δύο εκδοχές. Από τότε και από κάποιους άλλους χρησμούς που δυσαρέστησαν αυτούς που το ρωτούσαν, το κύρος του μαντείου έπεσε σε ανυποληψία. Παρ΄όλα ταύτα και για πολλά χρόνια οι χρησμοί του εξακολουθούσαν να καθορίζουν τη ζωή και τις κινήσεις βασιλέων και ιδιωτών, επάνω στα σοβαρά προβλήματά τους.
Αλλά ο άνθρωπος, ακόμη και σήμερα επιζητεί να γνωρίζει τα μελλούμενα για να παίρνει πιο σωστά τις αποφάσεις του. Γι΄αυτό και τα άστρα, τα φλυτζανάκια του καφέ, τα τραπουλόχορτα και οι τσιγγάνες, είναι και θα είναι στο προσκήνιο, δηλώνοντας την αχίλλειο πτέρνα του ανθρώπου: Την αβεβαιότητα του αγνώστου μέλλοντος.
γιάννης κορναράκης του μάνθου
*Απόλλωνειος ή Δελφικός ΄Υμνος: ΄Υμνος για τον Φοίβο Απόλλωνα γραμμένο από τον 2ο π.Χ. αι. σε πλάκες μεταλλικές εκ των οποίων δύο (αλλά μισοκατεστραμμένες) ανευρέθηκαν το 1892 στους Δελφούς. Ήταν εντοιχισμένες στον αφιερωμένο στους Δελφούς Θησαυρό των Αθηναίων.
Βοηθήματα
1 Εγκυκλ. Λεξικό “Ήλιος”.
2) Εγκυκλ. Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα
3) Λεξικό του Αρχαίου κόσμου
4) Ιδέ “Εβδόμη” 21.1.2012.
5) Μαρία Κορναράκη: προσωπικό Αρχείο.
|