|
Θα περίμενε κάθε καλοπροαίρετος παρατηρητής της τραγωδίας μας, ότι σ’ αυτούς τους μαύρους καιρούς θα ερχόμασταν πιο κοντά ο ένας στον άλλο, αφού στόχοι των ίδιων αν-ελεύθερων σκοπευτών είμαστε όλοι. Κι όμως, έτσι ακριβώς όπως ξεχωρίζει η ήρα από το στάρι στ’ αλώνισμα, έτσι θωρούμε καρδιές που τις ξέραμε απλωμένες, να ξοδεύονται τώρα πιο πολύ -και να μην αδειάζουν- κι άλλες όχι μόνο να κλείνουν ερμητικά, μα να γεμίζουν από το πύον μιάς κακίας παράλογης για τον κατατρεγμένο συνάνθρωπο και άχρηστης για τον ξενιστή της.
Σε μιά πόλη «Καλλικρατο-χτυπημένη» της Ανατολικής Αττικής υπάρχει ένα κοινωνικό ίδρυμα, για να προσφέρει –υποτίθεται- καταφύγιο στους απόκληρους. Παρουσιάζει και τη λέξη «κοινωνικός» στον τίτλο του, αλλά η βαθειά τής λέξης σημασία φαίνεται ν’ απουσιάζει από τις καρδιές κάποιων «κοινωνικών λειτουργών», κοινωνικά αλειτούργητων.
Πριν λίγο καιρό ζήτησε εκεί καταφύγιο μιά νέα γυναίκα, χωρίς στον ήλιο μοίρα, με δυό μικρά παιδιά κι ένα στην κοιλιά. Οι όποιοι «γονείς» της και ο όποιος «άντρας» της υπάρχουν ως πλήρως εξαφανισμένοι. Ενδιαφέρθηκε για κείνη και πίεσε για να τη δεχθούν στο ίδρυμα μία κυρία, που θεωρώ μεγάλη μου τιμή ότι είναι φίλη μου. Ένας Άνθρωπος που πονά 24 ώρες το 24ωρο με τους πόνους των άλλων, γεμίζοντας με Χριστό την ψυχή της κι αδειάζοντας την τσέπη της. Θεωρώ κέρδος της ζωής μου ότι τη γνώρισα.
Κι εδώ αρχίζουν τα παρατράγουδα των φάλτσων και του παραλόγου το θέατρο. Βρέθηκαν λίγοι άνθρωποι που ψυχοπόνεσαν το λαβωμένο σπουργίτι -και στο ίδρυμα κι έξω από αυτό. Βρέθηκαν δυστυχώς και οι άλλοι, πιο πολλοί ως συνήθως. Τρόφιμοι του ιδρύματος, αυτό είναι το εκπληκτικό, να βλέπεις τους χθεσινούς άστεγους να νοιώθουν προνομιούχοι βολεμένοι και ν’ αγανακτούν με την «παρείσακτη» νεοφερμένη και τα παιδάκια της. Από κοντά και οι γνωστοί, σεσημασμένοι «καθωσπρέπει» του περίγυρου. Η μαντάμ Πομπαντούρ, η μαντάμ Μποβαρύ, η μαντάμ Σουσού, όλος ο καλός ο κόσμος της «υψηλής κοινωνίας». Θηλυκές κι αρσενικές «μαντάμ» με τον «καλό λόγο» πάντα στο στόμα και τι στόμα! Ταχυβόλο «Άρτεμις», 1.600 βολές το λεπτό.
Σταχυολογώ τινές «πολύτιμους λίθους», κοπριτόλιθους, από τον ομαδικό λιθοβολισμό: «Αφού δεν είναι άξια να θρέψει τα παιδιά της, τι τα ‘κανε και περιμένει και τρίτο; -Αμ γι’ αυτό γκαστρώνεται καημένε, για να παίρνει τα επιδόματα –Ποιός ξέρει τι κουμάσι είναι για να μην ενδιαφέρονται γι’ αυτή ούτε οι γονείς της, ούτε ο άντρας της» κι άλλα τέτοια, εξόχως φιλάνθρωπα. Κριτές όλοι και δικαστές, «τέλειοι» άνθρωποι, με την πέτρα του αναθέματος έτοιμη για την «αμαρτωλή», να ξεχνούν ότι Ένας μόνον εκτός αμαρτίας υπάρχει κι όλοι οι άλλοι λίγο-πολύ είμαστε βουτηγμένοι.
«Όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος», που λέει ο Διονύσιος Σολωμός και μέσα σε αυτή την ειδυλλιακή ατμόσφαιρα το τρομαγμένο σπουργίτι έφερε στον «όμορφο» τούτο κόσμο μιά νέα ζωή. Είναι εύλογο να περίμενες αναγνώστη, ότι τώρα θα μαλάκωναν κάπως οι σκληροί και τέλειοι κριτές και δικαστές. Συνέβη ακριβώς το αντίθετο.
Βρέθηκε μιά «κοινωνική λειτουργός» του «ιδρύματος της αγάπης» να δικάσει και να καταδικάσει την «αμαρτωλή» ως ανάξια να φροντίζει τα παιδιά της κι επομένως θεώρησε καθήκον της να προβεί στις «δέουσες ενέργειες», ώστε να της τα πάρει και να τα δώσει αλλού. Αυτό το «αλλού» με βάζει σε σκέψεις, αφού ειδικά το μωράκι θα ήταν περιζήτητο για υιοθεσία.
Τι μπορείς να πεις τώρα σε μιά τόσο ευαισθητοποιημένη «κοινωνική λειτουργό»; Να της πεις ότι είναι γυναίκα και η ίδια; Να την πληροφορήσεις ότι μόνο μιά πολύ λεπτή κι εύθραυστη μεμβράνη χωρίζει την επηρμένη ασφάλειά της από το περιθώριο; Να της υπενθυμίσεις ότι είναι εκεί που είναι για να συντρέχει κι όχι για να κατατρέχει; Εγώ θα της πω απλώς: «πάρτο αλλιώς γιατί θα βρεις». Θα παρακολουθώ και αν χρειαστεί θα επανέλθω και δι’ αυτής και δι’ άλλων οδών.
Δεν ξέρω αν το πήρατε είδηση, αλλά στους καιρούς των Μνημονίων λες και δεν μας έφταναν οι κορυφαίοι σατράπες μας, γεμίσαμε και από στρατιές σατραπίσκων σε όλους τους χώρους και τα επίπεδα. Κοινώς, «μάθανε ότι μνημονιαζόμαστε και πλακώσαν κι οι ...»· όχι δεν θα την πω τη λέξη, γιατί εκείνοι έχουν περισσότερη ανθρωπιά από κάτι δήθεν «καθωσπρέπει». |